4ος Διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής 2019

Ο 40ς διαγωνισμός δημιουργικής γραφής 2019 ολοκληρώθηκε επιτυχώς 1 min


  1. 4


    Σκιάθος. Ιούνης του 1977.

    Ήταν η πιο ζεστή μέρα του νεογέννητου εκείνου καλοκαιριού. Ο ήλιος κατέκαιγε ζώα, ανθρώπους και ορέξεις, αδιάκριτα. Η θάλασσα κρατούσε την ανάσα της, στεκόταν με κόπο ακίνητη και σαν απέραντος καθρέφτης αντανακλούσε τις ηλιακτίνες να γλιτώσει το τσουρούφλισμα. Μέχρι και ο αρχαιότερος κάτοικος του τόπου, το Αιγαιοπελαγίτικο αγέρι, είχε αναζητήσει καταφύγιο σε πιο δροσερά μέρη. Στη δυτική γωνία του νησιού απλωνόταν η μεγαλειώδης, ολύμπια αταραξία που μες την κάψα του μεσημεριού χαυνώνει τις αισθήσεις, ξεχειλίζει τα πνευμόνια ραθυμία.

    Πίσω απ' τα ρηχά νερά και τα βραχάκια του Μικρού Ασέληνου, πάνω σ' έναν πευκόλοφο, δέσποζε το καιροφαγωμένο αρχοντικό που έλαβε κληρονομιά ο κυρ Ανδρόνικος, ο Καθηγητής, όπως τον φώναζαν οι ντόπιοι. Τα τελευταία χρόνια οι Ασεληνιώτες κοίταζαν τα μονίμως σφραγισμένα παραθυρόφυλλά του και σκλήριζαν.

    - «Πόδι δεν έχει πατήσει ο πρωτευουσιάνος. Βρε θα τρίζουν τα κόκκαλα του πάππου του π' άφηκε το σπίτι να κακομοιριάσει», έλεγε κι απόλεγε ο γερογείτονας, βαλάντωνε και στο νου του ξαναζούσαν οι εποχές που τα γλέντια κι οι χοροί δεν είχαν τελειωμό στο σπιτικό εκείνο.

    - «Άσε τον μωρέ ήσυχο», φώναζε η γυναίκα του. «Άσε τον μωρέ να μαλακώσει η καρδιά του· κακό που τον εβρήκε τον έρμο», έλεγε σα ν' αποστήθιζε ποίημα και σταυροκοπιόταν. «Άσε τον σου λέω στα βιβλία του, στην κορούλα του. Τι να 'ρθει να κάμει εδώ πια χήρος άνθρωπος

    Μετά το θάνατο της συζύγου του, πάνε τρία χρόνια τώρα, ο κυρ Ανδρόνικος έβαλε τα δυνατά του να μείνει όρθιος για χάρη της μοναχοκόρης του που είχε γίνει πια ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Η Στέλλα τελείωνε το σχολείο την περίοδο εκείνη κι ο απρόσμενος χαμός της μητέρας της αναποδογύρισε τον κόσμο όλο. Κλείστηκε μοιραία στον εαυτό της, αρνιόταν να πάει στα μαθήματα, αποξενώθηκε από συγγενείς και φίλους κι ο πατέρας της ανήμπορος, την έβλεπε να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Μέχρι τη στιγμή που γνώρισε τον Αλέξη, έναν ευγενέστατο φοιτητή Νομικής, δυο χρόνια μεγαλύτερό της που με την αγάπη του επανέφερε το χαμόγελο και την ελπίδα στο ταλαιπωρημένο της προσωπάκι.

    Ο χρόνος γιάτρευε επιδέξια κι η ζωή έδειχνε να ξαναμπαίνει σε κανονικούς ρυθμούς ώσπου λίγο πριν αποσυρθεί ο περασμένος Μάης, η σχέση των νέων διακόπηκε απότομα για λόγους που δεν γνωστοποιήθηκαν ποτέ στον κυρ Ανδρόνικο. Έτσι ο κόσμος τους ξαναναποδογύρισε· η Στέλλα έπεσε για μία ακόμη φορά στον γνώριμο λήθαργο του μαρασμού κλειδωμένη νυχθημερόν στην κάμαρά της και ο κυρ Ανδρόνικος έψαχνε μάταια να βρει απαντήσεις σε αρχέγονα πανανθρώπινα προβλήματα. Έστυψε το κεφάλι του, συμβουλεύτηκε φίλους, έκανε τα αδύνατα δυνατά, όμως τίποτα δεν έβγαζε από το μυαλό της Στέλλας τον αδικοχαμένο έρωτά της. Τελικά, βρήκε τη λύση που έψαχνε: αλλαγή σκηνικού! Λίγες μέρες μακριά από την Αθήνα, λίγες μέρες μακριά από αδικοχαμένους έρωτες, λίγες μέρες στην ξελογιάστρα Σκιάθο.

    Κι έτσι, μετά από αρκετά χρόνια τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν και πάλι, το αρχοντικό ξανανάσανε.

    Ο κυρ Ανδρόνικος, καθόταν τώρα στην σκιά της λεμονιάς στην άκρη του ακατάστατου ακόμα κήπου, συνεπαρμένος από το βιβλίο που διάβαζε· δεν αντιλήφθηκε ότι είχε κιόλας μεσημεριάσει. Κοίταξε το ρολόι του. 'Ώρα για φαγητό,' σκέφτηκε και σηκώθηκε να φωνάξει την Στέλλα να στρώσουν το τραπέζι. Την είδε να κάθεται όπως και ώρες πριν, στο ίδιο εκείνο βραχάκι που το κύμα λες και είχε λαξεύσει για παγκάκι. Σκούπιζε τα δάκριά της.

    «Έκλαιγε πάλι,» μονολόγησε ο κυρ Ανδρόνικος. «Έκλαιγε

    Το σχέδιό του είχε αποτύχει. Πέντε μέρες τώρα στην Σκιάθο και η κατάσταση της κόρης του δεν έδειχνε να βελτιώνεται. Γύρισε αθόρυβα πίσω στο σπίτι κι άρχισε να στρώνει το τραπέζι μόνος του. Το πήρε απόφαση. Την επομένη κιόλας θα επέστρεφαν στην Αθήνα.

    «Πότε θα φύγουν αυτά τα δάκρια;» αναρωτήθηκε. Όμως δεν γνώριζε ότι αυτή τη φορά ήταν δάκρια χαράς, δάκρια αλλαγής, όχι δάκρια πόνου.

    Στις ρίζες του λοφίσκου δυο χελιδόνια παιχνίδιζαν ανακατεύοντας τις πευκοβελόνες με τα βοτσαλάκια που 'χε ξεβράσει η προχτεσινή φουσκοθαλασσιά. Η Στέλλα τίναξε το χέρι της να τα διώξει. Προσπαθούσε να ολοκληρώσει αυτό που διάβαζε χωρίς περισπασμούς. Οι σκισμένες σελίδες που είχε βρει σφηνωμένες σε μια χαραγματιά του βράχου την είχαν μαγέψει κι από το πρωί ταξίδευε με τιμονιέρη έναν άγνωστο ποιητή. Είχε τόσο συγκινηθεί από τους υπέροχους στίχους που κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς. Τα δάκριά της κυλούσαν ασταμάτητα κι ενώνονταν με τον ιδρώτα του κορμιού της πριν στεγνώσουν πέφτοντας στην διψασμένη άμμο.

    Πίστευε ότι ο άγνωστος ποιητής ήταν κάποιος κρυφός της θαυμαστής. Ένας καλλιτέχνης που είχε κάνει αυτοσκοπό του να υμνεί τους έρωτες και τις στενοχώριες της ψυχής της. Με έναν μελαγχολικό ενθουσιασμό διάβαζε στις ξεθωριασμένες λέξεις την ιστορία των εικοσιδύο χειμώνων και των εικοσιδύο καλοκαιριών της ζωής της. Εκείνο το πρωινό συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι έχει κάποιον άγνωστο σύμμαχο σε τούτον τον πόλεμο του έρωτα και της ζωής. Κάποιον σύμμαχο που έδωσε μάχες, φυλακίστηκε κι έπρεπε εκείνη τώρα να τον βοηθήσει να ελευθερωθεί. Αναρρίγησε.

    «Στέλλα! Έλα να φάμε κόρη μου! Το τραπέζι είναι έτοιμο,» φώναξε ο κυρ Ανδρόνικος από το παράθυρο.

    Η Στέλλα συγκέντρωσε τις σκόρπιες σελίδες που είχε βρει, έτρεξε στο σπίτι και τις ακούμπησε με ευλάβεια δίπλα στο προσωπικό της ημερολόγιο. Κοίταξε μια τελευταία φορά το μπροστόφυλλο και προσπάθησε να συλλαβίσει τον τίτλο από τα ξεθωριασμένα σύμφωνα και φωνήεντα: “Τ. Π..ΗΜ...Α. Τ.. Χ..Μ..Ν.. Κ...ΕΤ....ΟΥ”.

    Δεν ξέκρινε κάποιο νόημα. Δεν την ένοιαζε όμως.

    Σκούπισε τα δάκρια και πριν βγει στην τραπεζαρία ένιωσε όλες τις αισθήσεις της να στροβιλίζονταν, να αναμιγνύονταν, να κομματιάζονται στην αρχή κι ύστερα να ενώνονται σε μία μονάχα αίσθηση, μια «υπεραίσθηση» που ξύπναγε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Μια ξυπναίσθηση.

    Σκιάθος. Δέκα μήνες νωρίτερα.

    Είχε επιτέλους ένα ολόκληρο απόγευμα για τον εαυτό του. Τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχε ξαποστάσει ούτε στιγμή· στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, η ζήτηση για ψάρια στο Βόλο και τα γύρω Σποραδονήσια ήταν αυξημένη και το ψαροκάικο στο οποίο έβγαζε το βιός του δεν είχε σταματήσει να σχίζει τα νερά.

    Παραμονές Δεκαπενταύγουστου και το νησί έσφυζε από ζωή. Ο Ορέστης είχε τόσα πράγματα να κάνει, τόσους φίλους να δει, είχε όμως πάνω απ' όλα την ανάγκη να χαλαρώσει λιγάκι πριν ανταμώσει με την παρέα του για το γλέντι της Παναγίας. Ξεκίνησε έτσι βιαστικά για το σπίτι της γιαγιάς που 'χε φυλαγμένο το ποδήλατό του, έκοψε ένα τριαντάφυλλο από τον κήπο και κατευθύνθηκε μονοπεταλιά στο αγαπημένο του βραχάκι πέρα στον κόλπο του Ασέληνου. Εκεί όπου συνήθως πήγαινε όταν ξέκλεβε χρόνο από τα δολώματα και τα δίχτυα για να ονειρεύεται το πολυαγαπημένο του Λενιώ και για να συμπληρώνει τις μέρες που 'χαν απομείνει κενές στο ημερολόγιό του.

    Τους τελευταίους μήνες μάλιστα είχε κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στον κόσμο της ποίησης. Μπορεί τα χέρια να μύριζαν ψαρίλα μα η ψυχή ευωδίαζε γιασεμί. Μετέτρεπε την αρμυροφαγωμένη νοσταλγία του σε έμπνευση· τους χτύπους της ερωτοχτυπημένης του καρδιάς σε ρίμες. Μέσω της ποίησης μπορούσε να σφιχταγκαλιάζεται και πάλι, έστω νοερά, με την αρραβωνιάρα του που τον περίμενε καρτερικά στον Βόλο.

    Κάθισε σ' έναν ίσκιο λαχανιασμένος και τίναξε από τα σανδάλια του την άμμο. Το τριαντάφυλλο που 'χε κόψει είχε ήδη αρχίσει να μαραίνεται όμως στο μοσχοβόλημά του κρύβονταν όλες οι Μούσες που αναζητούσε εκείνο το σούρουπο για να συναντήσει τη Λένα του και να της αφιερώσει ένα ακόμα ποίημα.

    «Αχ, Παναγιά μου και να μάθαιναν τα παιδιά για όλα αυτά που γράφω! Ποιήματα και κακό! Αμάν, χουνέρια που θα μου κάμανε!» ανατρίχιασε μόνο και μόνο στην σκέψη ότι θα αποκαλυπτόταν το μεγάλο του μυστικό.

    Ο Ορέστης ως ο νεότερος σε ηλικία και πιο αγαπητός στο καΐκι ήταν πάντα αποδέκτης των περισσότερων πειραγμάτων. Ήταν ψηλός, ξερακιανός κι εκείνη η χλωμάδα δεν έφευγε ποτέ από το κούτελό του. Οι Σκιαθίτες ψαράδες κάθε πρωί του έφερναν κατσικίσιο γάλα από το σπίτι τους, 'για να δυναμώσεις' τού ‘λεγαν και γελούσανε, μα εκείνος το αρνιόταν πάντοτε υπερήφανα. Τους έλεγε μάλιστα πως κάποια μέρα θα γινόταν ο καπετάνιος τους κι εκείνοι τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά 'ο χλωμός μας καπετάνιος'.

    Το πραγματικό του όνειρο βέβαια ήταν να αφήσει τα πελάγη στους νησιώτες και να βρει μια μόνιμη δουλειά στα στέρεα εδάφη του Βόλου ώστε να είναι πάντα με τη Λένα του. Και γιατί όχι, ίσως μια μέρα να κατάφερνε να γίνει ένας τρανός ποιητής. Του φύτρωσε τότε μια ιδέα. Έβγαλε το κενό πρωτοσέλιδο της αβάπτιστης ποιητικής του συλλογής κι έγραψε με μεγάλα γράμματα: “ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΛΩΜΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ”.

    Χαμογέλασε. Ίσα που πρόφτασε να βάλει την τελεία όταν άκουσε γνώριμες φωνές να πλησιάζουν από το μονοπατάκι. Έπρεπε να αντιδράσει άμεσα! Τινάχτηκε όρθιος, έψαξε τριγύρω πανικόβλητος κι έθαψε τα ποιήματά του σε μια σχισμή του βράχου πριν προλάβει να τα δει κανείς. Οι φίλοι του που γνώριζαν ότι σύχναζε σ' εκείνο το κολπάκι τον αιφνιδίασαν με κραυγές, πειράγματα και γέλια.

    «Θα επιστρέψω να πάρω τα χαρτιά μόλις ξαναπιάσουμε λιμάνι,» σκέφτηκε κι αμέσως χάθηκε στην αγκαλιά της παρέας του που είχε ήδη κεφιάσει από τα τσίπουρα και τις ρετσίνες.

    Αργά εκείνο το βράδυ, στο γλέντι της Παναγίας, δύο από τους φίλους του Ορέστη είχαν τυφλωθεί από το οινόπνευμα και πιάστηκαν στα χέρια για τα μάτια μιας κοπέλας. Ο φιλήσυχος χλωμός καπετάνιος δε δίστασε ούτε στιγμή· μπήκε ανάμεσα να τους χωρίσει. Η αδέσποτη μαχαιριά που δέχτηκε στα σπλάχνα του ήταν μοιραία. Ξεψύχησε επί τόπου. Εκείνο το Δεκαπενταυγουστιάτικο χάραμα μέχρι και τα γιασεμιά θρηνούσαν.

    Λευτέρης Ασπρόπουλος

  2. 5 Ο ‘’κύριος’’ Μπάμπης


    Τη μέρα που η Ελενίτσα πέρασε για πρώτη φορά τη μεγάλη γυάλινη πόρτα της Τράπεζας, στο λιμάνι της Πάτρας, ήταν περήφανη και χαρούμενη!

    Δεν είχε καν κλείσει τα δεκαεννιά, κι όμως, είχε καταφέρει κάτι που φάνταζε όνειρο απραγματοποίητο για πολλούς νέους της ηλικίας της.

    Στην είσοδο, άλλοι πέντε νεοπροσληφθέντες, περίμεναν αμήχανοι να τους καλωσορίσει κάποιος. «Ώρα αιχμής για την Τράπεζα» είπε ο Υποδιευθυντής του Καταστήματος, δίνοντας το χέρι στον καθένα χωριστά.

    «Καλημέρα σας, είμαι η Ελένη Κ.» είπε το κορίτσι τρέμοντας, με το βλέμμα καρφωμένο στα καλογυαλισμένα μάρμαρα.
    «Καλώς ήρθες Ελενίτσα! Είμαι ο κύριος Μπάμπης Ε. Είσαι φοιτήτρια και ξέρεις και τρεις ξένες γλώσσες. Σωστά; »

    Έγνεψε ναι με το κεφάλι. «Επιτέλους ένας άνθρωπος να ασχοληθεί με τις εξαγωγές. Θα συνεργαστούμε στενά εμείς οι δύο!»

    Όσην ώρα μιλούσε, έσφιγγε το χέρι του κοριτσιού, όλο και περισσότερο! Η Ελένη ένοιωσε δυσφορία κι ένα προειδοποιητικό τσίμπημα στο στομάχι…

    «Είσαι ιδιότροπη και μη μου άπτου» της φώναζε το βράδυ στο καφέ, η φίλη της η Μαίρη. «Αντί να λες δόξα τω Θεώ…. Τι σούκανε ο άνθρωπος…»

    «Τίποτα συγκεκριμένο, ήταν πολύ διαχυτικός, παραπάνω από όσο θα έπρεπε…»

    «Ναι καλά…. Ολόκληρος Υποδιευθυντής Τραπέζης, μεσήλικας, οικογενειάρχης…σαν κόρη του σε βλέπει!»

    «Μακάρι…..».

    Ο κύριος Μπάμπης την είχε οδηγήσει στο γραφείο της, κι ενώ εκείνη δοκίμαζε τα πλήκτρα της γραφομηχανής, αυτός είχε σκύψει από πάνω της για να της δώσει οδηγίες. Μια μπόχα από ακριβή αντρική κολώνια ανακατεμένη με ιδρώτα που μύριζε παστρουμά, της έπνιξε τα ρουθούνια. Έκρυψε το στόμα και τη μύτη με το χέρι της.

    «Δε με νοιάζει Ελενίτσα αν γράφεις αργά, σωστά να είναι. Να μη γίνουμε ρεζίλι στο εξωτερικό. Εγώ Αγγλικά δεν ξέρω, βασίζομαι πάνω σου!»

    «Μάλιστα κύριε Ε.»

    «Κύριε Μπάμπη θα μες λες. Κι όταν γνωριστούμε καλύτερα, Μπάμπη σκέτο Ελενίτσα!» χασκογέλασε, κι η Ελένη αντίκρυσε με φρίκη τη σάπια οδοντοστοιχία του!!!

    «Ήθελα να ξεράσω Μαίρη μου! Είναι άπλυτος σου λέω, και το μαλλί του λιγδιασμένο, μη μιλήσω για τα δόντια…»
    «φαντάσου να σε φιλάει με τα σάπια δόντια….» χαχάνισε η Μαίρη.

    «Κι έχει και δύο χρυσά!!!! Αρχοντάνθρωπος παιδί μου!» Γέλασε κι η Ελενίτσα, παλεύοντας να ξεχάσει την επεισοδιακή πρώτη της μέρα!!!!!

    Η Σταυρούλα καθότανε στο διπλανό γραφείο. Η Ελένη τη θαύμαζε για την ταχύτητα με την οποία χτυπούσε τα πλήκτρα της γραφομηχανής.

    «Εσύ θα γίνεις πολύ καλύτερη από μένα, θα πάρεις και το πτυχίο σου…» της έλεγε συχνά.
    Είχε έρθει από το νησί της πριν από τρία χρόνια.

    «Ο πατέρας μου έχει ψαροταβέρνα. Ήρθε ένας υπουργός με τη συνοδεία του. Έφαγαν, ήπιαν και πάνω στο κέφι, ο υπουργός ρώτησε τον πατέρα αν ήθελε κάτι: Μια κόρη έχω και δε θέλω να γίνει ταβερνιάρισσα. Μπορείτε να μου τη βολέψετε κάπου; Κι έτσι ήρθα στην Τράπεζα»

    «Χωρίς εξετάσεις;» απόρησε η Ελενίτσα.

    «Που ζεις μωρέ, οι περισσότεροι έτσι μπαίνουν. Δεν έχω εγώ τα προσόντα σου, αλλά έχω κάποιον που με στηρίζει.»

    «Ποιόν;»

    «Κρατάς μυστικό;»

    «Στο λόγο μου».

    «Τον κύριο Μπάμπη!»

    «Εεεεεε;;;;;»

    «Μη με κοιτάς σα χάνος. Μικρή κοπέλα ήμουν…Χρειαζόμουν έναν προστάτη!»

    «Δεν ήξερα ότι χρειαζόμαστε και νταβατζή!»

    «Σσσσς !» έβαλε το δάχτυλο στο στόμα. «Ο κύριος Μπάμπης λύνει και δένει. Ακόμη και το Διευθυντή στο χέρι τον έχει!»

    «Κομματόσκυλο είναι;»

    «Πάψε, θα μας ακούσει!».

    «Σιγά μη μας ακούσει, δε βλέπεις που τσακώνεται με τον πελάτη;» είπε η Ελένη. «Και για νάχουμε καλό ρώτημα, με τι ανταλλάγματα σου παρέχει αυτή την ‘’προστασία’’;»

    «Μην ειρωνεύεσαι, είναι άνθρωπος με κύρος! Όσο είμαι μαζί του δε θα με κουνήσει κανείς. Σύντομα θα γίνω και Προϊσταμένη!»

    «Δηλαδή, είσαι μαζί του;;;;;» επανέλαβε σιγανά η Ελένη γουρλώνοντας τα μάτια. Η Σταυρούλα ήταν παχουλή από τη μέση και κάτω, μα σίγουρα όμορφη, με μια μελαμψή επιδερμίδα που γυάλιζε, και δυό αναμμένα κάρβουνα για μάτια!» Φαντάστηκε το Μπάμπη, με τα χοντρά δαχτυλίδια στα χέρια και το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο για να ξύνει το αυτί…, να χαιδεύει το μελαμψό κορμάκι της Σταυρούλας!!!!! Καλύτερα να είχε μείνει στο νησί, και να την αγκάλιαζε η θάλασσα και κάποιο παλληκάρι…

    «Μη με κοιτάς με αυτό το ύφος. Είναι καλός. Θα χωρίσει, ζει συμβατικά με τη γυναίκα του. Δεν ξέρω τι θα πει αυτό, αλλά μάλλον δεν περνάει καλά».

    «Μάλλον…» κούνησε το κεφάλι η Ελένη.

    Δεν είχε προλάβει να συνέλθει από το σοκ, όταν άκουσε τις φωνές του Μπάμπη: «Άσε κάτω τη γραβάτα ρε, είναι Hermes!»

    «Εγώ στην πλήρωσα ρε κερατά, κι όλα τάλλα που φοράς! Όταν έπαιρνες τις μίζες σου ήταν καλά, τώρα που καίγομαι θυμήθηκες τους κανονισμούς, αλήτη!!!!»

    Ο κύριος Μπάμπης κατακόκκινος φώναξε την ασφάλεια για να οδηγήσει έξω τον πελάτη, ενώ η Σταυρούλα έτρεξε στο πλάι του, με ένα ποτήρι νερό και το πιεσόμετρο…

    Παραμονή των Χριστουγέννων! Ήταν παράδοση στο κατάστημα, τη μέρα εκείνη να γίνεται γλέντι!
    Μέχρι τότε, η Ελένη φρόντιζε επιμελώς να κρατιέται μακριά από το Μπάμπη, αντίθετα εκείνος, έβρισκε συνέχεια αφορμές να την καλεί κοντά του: «Άσε λίγο τη δουλειά Ελενίτσα να τα πούμε». «Τι να πούμε κύριε Μπάμπη;». «Για πες μου, εσύ… δεν έχεις γνωρίσει τον έρωτα ;;;;». «Με φέρνετε σε δύσκολη θέση, αλλά όχι, δεν έχει βρεθεί ακόμη ο κατάλληλος». «Και….πώς είναι για σένα ο κατάλληλος;;;» της έκλεισε με νόημα το μάτι κι έσκυψε προς το μέρος της. Η μπόχα από τον παστρουμά την τύλιξε και πάλι!. «Δεν ξέρω κύριε Μπάμπη». Πάντως όχι σαν εσένα, σκέφτηκε. «Μια τέτοια κούκλα , να είναι μόνη…»

    Εκείνη την παραμονή, την πρώτη της στην Τράπεζα, η Ελένη δεν τη ξέχασε ποτέ. Όλες οι γυναίκες είχαν μαγειρέψει κι από κάτι. Οι άντρες είχαν φροντίσει να υπάρχει άφθονο κρασί και μπύρα και σαμπάνια. Χόρευαν και τραγουδούσαν μέχρι αργά το απόγευμα. Ο κύριος Μπάμπης είχε μεθύσει. Ζητούσε συνέχεια την Ελένη για χορό και κάθε φορά την έσφιγγε και λίγο περισσότερο επάνω στη χοντρή κοιλιά του. Κάποια στιγμή αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο λαιμό κι η Ελένη τον έσπρωξε μακριά της. Αργότερα της ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να τη συνοδέψει σπίτι. Η Ελένη αρνήθηκε ευγενικά.

    Προς το τέλος της βραδιάς, καθώς κατέβαινε στις τουαλέτες του υπογείου, άκουσε φωνές και κλάματα. Κοντοστάθηκε. Ήταν η Σταυρούλα με το Μπάμπη. «Κοντεύω τριών μηνών σου λέω!» . «Ας πρόσεχες. Εγώ θα σου μάθω την αντισύλληψη;». «Είχες πει πως θα χωρίσεις. Ευκαιρία τώρα!». «Τι λες μωρή;». «Θα τα πω όλα στη γυναίκα σου!». «’Ετσι και τολμήσεις, σ’ έθαψα!». Η Σταυρούλα έκλαιγε με λυγμούς. Μαλάκωσε ο Μπάμπης. «’Ελα, σώπα. Πες μου πόσα χρήματα να σου βάλω στο λογαριασμό σου. Να πας στον καλύτερο γιατρό! Κι ύστερα, πάλι μαζί θάμαστε!».
    Η Ελένη έφυγε τρέχοντας, συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά της. Μετά τα Χριστούγεννα, η καρέκλα της Σταυρούλας ήταν κενή. Κάποιος της είπε πως είχε μετατεθεί στο νησί της.

    Ύστερα από την απομάκρυνση της Σταυρούλας, ο Μπάμπης άρχισε να πολιορκεί στενότερα την Ελένη. Την ακολουθούσε παντού σαν το πιστό σκυλί. «Ελενίτσα, Ελενίτσα, στάσου να μιλήσουμε». «Περιμένει πελάτης κύριε Μπάμπη». Ξερογλειφόταν πάνω από το γραφείο της σαν τον πεινασμένο λύκο. «Μήπως χρειάζεσαι βοήθεια Ελενίτσα;» «Όχι, κύριε Μπάμπη, ευχαριστώ». Δεν έχανε ευκαιρία να της πιάσει το χέρι κι εκείνη το τραβούσε απότομα.
    Είχε καταντήσει εφιάλτης! Η Ελένη σκεφτόταν να ζητήσει μετάθεση.

    «Όχι μωρέ, θα το πάρει απόφαση και θα ηρεμήσει», της έλεγε η κολλητή της.

    Σε κάποιο σεμινάριο, η Ελενίτσα ξεχώρισε μια κοπέλα, τη Γαλάτεια. Της έκανε εντύπωση τόσο το όνομά της, όσο και τα γαλαζοπράσινα μάτια της, ήρεμα και καθαρά σαν τη θάλασσα στο Ιόνιο, με μιάν ακαθόριστη θλίψη μέσα τους!

    «Στο λιμάνι είσαι; Έχετε έναν Ε. ;»

    «Ναι, ο Υποδιευθυντής».

    «Να τον προσέχεις. Είναι καθίκι ο τύπος».

    «Γιατί το λες;». Σιωπή.

    Πολύ αργότερα, η Γαλάτεια θα άνοιγε το στόμα της κι αυτή, μαζί με άλλες….

    «Κύριε Μπάμπη γνωρίζετε μία Γαλάτεια;» έκανε αθώα η Ελένη.

    «Αυτή την παλαβή; Μη της μιλάς κορίτσι μου, είναι άρρωστη, με χαρτί από τον ψυχίατρο. Ό,τι και να σου είπε είναι ψέμα!»

    «Δε μου είπε τίποτα».

    Είχαν ξεκινήσει οι καλοκαιρινές άδειες κι η δουλειά δεν έβγαινε χωρίς υπερωρίες. Η Ελένη καθόταν συστηματικά, αποφεύγοντας να μένει μόνη με το Μπάμπη. Εκείνη όμως την Παρασκευή του Ιουνίου, μία μέρα πριν τα γενέθλιά της, συνειδητοποίησε με τρόμο, πως δεν υπήρχε άλλος στο κατάστημα, εκτός του Μπάμπη.
    Προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό της. Στο κάτω κάτω μεγάλη κοπέλα ήταν, μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Συμπλήρωνε τις καρτέλες και τσέκαρε τους φακέλους μηχανικά, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε τις κινήσεις του Μπάμπη.

    Κάποια στιγμή σηκώθηκε για να πάρει ένα έντυπο από την αποθήκη, και τον είδε με την άκρη του ματιού της να σηκώνεται κι αυτός. Προχώρησε , φαινομενικά ατάραχη. Ο Μπάμπης την ακολούθησε. Έκλεισε απότομα την πόρτα της αποθήκης και τη στρίμωξε πάνω στη μεταλλική ραφιέρα. Η Ελένη έβγαλε μια κραυγή τρόμου κι ο Μπάμπης της έφραξε το στόμα με το χέρι.

    «Τι φωνάζεις κούκλα μου; Μόνοι μας είμαστε!»

    Η Ελένη είχε παραλύσει, η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο, τα πόδια της βούλιαζαν στην γη. Μόνη της επιλογή να τον πάρει με το μαλακό.

    «Κύριε Μπάμπη τι κάνετε; Δεν πάμε έξω να μιλήσουμε;».

    «Τέρμα οι κουβέντες κοκκινομάλλα μου, ώρα να γίνεις γυναίκα, να γνωρίσεις τη γλύκα του άντρα! Θα σ΄αρέσει, θα δεις».

    Χασκογέλαγε κι η ανάσα του βρώμαγε ούζο και σαπίλα! «Κύριε Μπάμπη, για όνομα του Θεού, θα μπορούσα να είμαι κόρη σας». «Δεν είσαι όμως. Εδώ και καιρό μ΄ έχεις τρελάνει! Άσε με να νοιώσω το κορμάκι σου, μόνο μια φορά!»

    Τα γεμάτα δαχτυλίδια χέρια του Μπάμπη εξερευνούσαν το ψιλόλιγνο αλλά χυμώδες νεανικό κορμί, χώνονταν μέσα από το πουκάμισο και ζούλαγαν δίχως έλεος τη λευκή αρωματισμένη σάρκα, έσπαγαν τα κουμπιά και προχωρούσαν ακόμη βαθύτερα, ενώ η κοπέλα τον εκλιπαρούσε μάταια, με σβησμένη φωνή και παγωμένα δάκρυα…Ο Μπάμπης βογκώντας από αδημονία άνοιξε τη ζώνη του παντελονιού του και ξεχείλισε η χοντρή κοιλιά σαν άψητο ζυμάρι. Η Ελένη ένοιωσε αηδία! Τριβόταν πάνω της, τη δάγκωνε στο λαιμό, ενώ αυτή τον έσπρωχνε και τον γραντσούναγε όπου μπορούσε. «Μην αντιστέκεσαι αγριοκάτσικο, κάτσε να απολαύσεις τον έρωτα!»

    Τον έρωτα; Όχι, δεν έμοιαζε έτσι ο έρωτας που λαχταρούσε εκείνη. Ήταν γλυκός και δροσερός, σαν το αεράκι της θάλασσας την άνοιξη, και μύριζε λεβάντα και νυχτολούλουδο! Ερχότανε με βήματα ελαφρά, με σεβασμό κι αμοιβαιότητα, και τη μορφή παλληκαριού, κι όχι του μεθυσμένου Μπάμπη!!!! Όχι, δε θα άφηνε κανένα Μπάμπη να της λερώσει τα όνειρα και τα λευκά κοριτσίστικα σεντόνια!

    Συναγερμός! Όλα τα κύτταρά της επαναστάτησαν, ένα προς ένα! Σε λίγο θα ήταν αργά. Μάζεψε όλη την αγανάκτηση και την αποστροφή της και κατάφερε μια γερή δαγκωνιά στα αφρισμένα χείλη του Μπάμπη και μιάν απότομη κλωτσιά στα ‘’ευαίσθητα σημεία ‘’! Τη στιγμή που εκείνος διπλωνόταν στα δυό από τον πόνο, η Ελένη δραπέτευε από το σκοτάδι!
    «Πουτανάκι! Μην τολμήσεις να μιλήσεις σε κανέναν, σ’ έθαψα ζωντανή, κατάλαβες;;;;».

    Η Ελένη ανάπνευσε τον καθαρό αέρα! Ήταν πρωταγωνίστρια σ΄ ένα θρίλερ που δεν είχε τελειώσει. Έμενε η τελευταία πράξη! Περπατούσε υπνωτισμένα, σχεδόν της έσερνε ο άνεμος τα λυγισμένα πόδια. Το λευκό πουκάμισο, με όσα κουμπιά είχαν απομείνει, γεμάτο ξεραμένο αίμα, δικό του και δικό της. Πονούσε! «Και τώρα; Τι κάνουμε;» Είχε ήδη πάρει την ανηφορίτσα για το σπίτι. Έφτανε σχεδόν. Ένα χτύπημα στο κουδούνι: «Μπαμπά, έλα πάρε με!» «Τι έπαθες πριγκίπισσά μου; Να πάμε στο γιατρό!». «Δεν είναι τίποτα μπαμπά, ένας τσαντάκιας ήταν κι αντιστάθηκα!» Θα χωνόταν στο μπάνιο κι ύστερα, στα καθαρά σεντόνια. Το άλλο πρωί, ήταν τα γενέθλιά της! Γινόταν είκοσι!

    Θα τα ξεχνούσε όλα! Όλα; Σαν αστραπή είδε τη Σταυρούλα, να κλείνει με το δάχτυλο το στόμα: «Σςςςς !», κι ύστερα κλάματα, και το μωρό που δε γεννήθηκε ποτέ, και τη Γαλάτεια με το Ιόνιο πέλαγος στα μάτια, που βιάστηκε από το Μπάμπη, και ζει με αντικαταθλιπτικά, ενώ εκείνος, ανερχόμενο στέλεχος της Τράπεζας κι ‘’ευυπόληπτος’’ οικογενειάρχης, κοιμάται με την ανίδεη γυναίκα του τον ύπνο του δικαίου! Όχι ‘’κύριε’’ Μπάμπη! Επιτέλους θα ανοίξει ένα στόμα! θα φωνάξει! Για όλες τις Σταυρούλες, τις Γαλάτειες, τις Ελένες, που σού δωσαν το δικαίωμα με τη σιωπή τους, να συνεχίζεις να ζεις σα νάσουν άνθρωπος….

    Μπήκε στο αστυνομικό τμήμα. «Ήρθα να σας καταγγείλω απόπειρα βιασμού». «Του δικού σου βιασμού κοπέλα μου;» «Του δικού μου!» «Τώρα που ήρθες, μη φοβάσαι πιά. Όλα θα πάρουν το δρόμο τους» είπε ο αξιωματικός υπηρεσίας, και πρόλαβε να δει μια λάμψη στα καστανά ματάκια της Ελένης, προτού σωριαστεί λιπόθυμη στο γκρίζο δάπεδο.

    Την επομένη όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους. Ήταν η μέρα των γενεθλίων της. Γινόταν είκοσι!

    Μέμη Καρυώτου

  3. 6 Ο μυστηριώδης άντρας


    Με μια πρώτη ματιά δεν μπορείς να ξεχωρίσεις εάν υπάρχει κάποιος στο δασάκι, μπροστά από το σπίτι μου, ούτε απέναντι από την νεόδμητη πολυκατοικία. Πόσο μάλλον, στο πυκνό σκοτάδι που έχει απλωθεί στην ήσυχη γειτονιά. Μετά βίας να ξεχωρίσεις κάποια φιγούρα στο δρόμο, κάτω από τα φώτα και ακόμα πιο δύσκολα, στο κατάφυτο παρκάκι που καλύπτει περίπου δύο τετράγωνα από τις καινούριες πολυκατοικίες. Έχει την πρώτη του είσοδο στο παλιό συνεργείο, εγκαταλελειμμένο πια και, φτάνει μέχρι το τέλος των τριών καινούριων πολυκατοικιών.

    Την προηγούμενη βδομάδα κατέβασαν ένα σωρό λαμπάκια από τα δέντρα. Είχα τρελαθεί, τα βράδια χτύπαγαν κατευθείαν στα παράθυρά μου και δυσκολευόμουν να κοιμηθώ. Είδα κι έπαθα μέχρι να έρθει αυτή η ευλογημένη στιγμή να τα κατεβάσουν. Είναι λίγο πιο καταθλιπτικά βέβαια τώρα, αλλά λιγότερο ενοχλητικά.

    Εδώ και μια εβδομάδα έχει ξεκινήσει η άδειά μου και, στην προσπάθεια να προλάβω να διευθετήσω εκκρεμότητες της προσωπικής μου ζωής, των λογαριασμών μου και ότι ακόμα είχα αφήσει γι αυτή την περίοδο, έφτανε στο τέλος του, με το τίμημα να επιστρέφω σπίτι και να μην έχω όρεξη για τίποτε άλλο. Δεν με έπαιρνε βέβαια ο ύπνος νωρίς, παρά την κούραση, αλλά δε το ξενύχταγα κιόλας. Δε βοηθούσε καθόλου ούτε και ο καιρός, μ αυτή τη λύσσα του αέρα και τη βροχή σε αραιά διαστήματα, τα πάντα ήταν παγωμένα και το κρύο καλά κρατεί. Καμία διάθεση για οτιδήποτε. Επιστροφή νωρίς κάποιες μέρες, αλλά με απαγορευτικό καιρό για κάποια δραστηριότητα. Ένας μικρός φαύλος κύκλος.

    Το αποψινό βράδυ το είχα αφιερώσει στη μαγειρική και σε ταινία. Είχα διαλέξει το αγαπημένο μου κρασί και είχα στηθεί μπροστά στον υπολογιστή μου έτοιμος για τη χαλάρωση. Φαγητό ελαφρύ, κινέζικο γλυκόξινο από τα χεράκια μου, σπεσιαλιτέ, ζεστά, άνετα ρούχα και, απέναντι από τη σόμπα για ζεστασιά. Με το που τελείωσε η ταινία, μάζεψα και έσβησα τα φώτα και τη σόμπα, αλλά φτάνοντας στο δωμάτιο, το στόμα μου ήταν στυφό από το κρασί και, παρά το επιμελές πλύσιμο των δοντιών, δεν έφυγε η γεύση. Δίψαγα ταυτόχρονα και επέστρεψα στην κουζίνα για ένα ποτηράκι νερό. Στην απότομη αλλαγή διαδρομής, δεν άναψα τα φώτα του σαλονιού, δε χρειάζονταν άλλωστε. Είχα αφήσει στην κρεβατοκάμαρα το φως αναμμένο. Περνώντας από την κουζίνα για το υπνοδωμάτιο, πιάνω με την άκρη του ματιού μου μια κίνηση από το πάρκο απέναντι. Κοντοστέκομαι κρατώντας το ποτήρι με το νερό και προσπαθώ να καταλάβω εάν όντως είδα κάτι αλλά, δεν φαίνεται τίποτα. Όταν απομακρύνομαι από την κουζίνα, σβήνω το φως και τότε, σιγουρεύομαι ότι κάποιος περνάει απέναντι.

    Αυτό που μου τράβηξε αρχικά την προσοχή, με οδηγεί ως το παράθυρο του ισόγειου σπιτιού μου και, με αναγκάζει να πλησιάσω το παράθυρο κοιτάζοντας πιο προσεκτικά έξω. Μένει μόνο το φως στην κρεβατοκάμαρα, με μισόκλειστη πόρτα βέβαια, αλλά αναμμένο και, ευχαριστώ τον Θεό που το είχα αφήσει, μιας και ήταν όσο φωτεινά χρειαζόταν για να μη σκοτωθώ πουθενά σε κάνα έπιπλο.. Αφήνω το ποτήρι στο τραπεζάκι του σαλονιού και πλησιάζω το παράθυρο. Στέκομαι στο πλάι του, ούτος ώστε να μην δώσω και στόχο στην περίπτωση που κοιτούσε κάποιος μέσα.
    ‘Δεν είχα καθόλου άδικο’, μονολογώ. Ένας τύπος τυλιγμένος με μια σκούρα καμπαρτίνα έχει πάει κι έχει κολλήσει στον κορμό του δέντρου, ακούνητος.

    Παρακολουθώντας τον πλέον και μη ξεκολλώντας τα μάτια μου πίσω από την ημιδιάφανη κουρτίνα, παρατηρώ πως δεν μπορώ να διακρίνω κανένα μέρος του κορμιού του * γιακάς σηκωμένος μέχρι πάνω, σίγουρα κοντά μαλλιά, αλλά φοράει καπέλο, ένα κλασικό καβουράκι παλιό στυλ. Μούσι καλύπτει το πρόσωπό του, όσο είναι ακάλυπτο δηλαδή και κρατά τα χέρια του στις τσέπες. Παντελόνι σκούρο επίσης χωρίς κάτι χαρακτηριστικό πάνω του. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου από το ζόρι της απόστασης. Τα μισοκλείνω και καλά για να δω καλύτερα.

    Κοιτάζω το ρολόι στην τηλεόραση, πλαγίως, σχεδόν αλληθωρίζω, αλλά ο τύπος εκεί, άκαμπτος ακούνητος περίπου είκοσι λεπτά τώρα. Δεν έχει πατήσει ούτε μισό χιλιοστό στο πλάι. Έχει τα μάτια του καρφωμένα στο μοναδικό φωτισμένο μπαλκόνι του απέναντι κτηρίου. Στον τρίτο όροφο.

    Νέοι ενοικιαστές, δύο κοπέλες φοιτήτριες, αν δεν κάνω λάθος, μου είχε πει ο εργολάβος της πολυκατοικίας όταν ακόμα ήταν στα μπετά, πως αυτός που αγόρασε πρώτος διαμέρισμα είχε δύο κόρες που πέρασαν, είχε πει στο πανεπιστήμιο και το ήθελε το σπίτι γι αυτές * τις έχω πετύχει κάποια πρωινά, στον κάδο με τα σκουπίδια, την ώρα που φεύγουν. Η μία είναι μέσα τώρα, μέχρι κι εγώ μπορώ να διακρίνω κάποιες κινήσεις της. Δεν μπορεί βέβαια να φανταστεί πως μπορώ να τη δω, πόσο μάλλον πως την παρακολουθεί κάποιος άλλος. Πράγμα όχι και δύσκολο μιας και δεν υπάρχουν κουρτίνες. Η άλλη μάλλον δεν έχει επιστρέψει ή δε την πιάνει το μάτι μου. Προτιμώ να κοιτάζω τον άντρα στο δέντρο.

    Στιγμιαία περνάνε ατελείωτες σκέψεις από το μυαλό μου προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ αποφασίζω τελικά να καλέσω την αστυνομία και, ας είναι και για πρόληψη. Ας περάσουν απλά να ρίξουν μια ματιά.
    Βγάζω το κινητό μου από την τσέπη της φόρμας και καλώ τον αριθμό άμεσης δράσης.

    Η φωνή της κοπέλας είναι ήρεμη αλλά με αμεσότητα και ξεκάθαρη άρθρωση, με διαβεβαιώνει πως θα ενημερώσει ομάδα να περάσει από το σημείο και, αφού κράτησε όλα μου τα στοιχεία, με καθησύχασε και με προέτρεψε να ηρεμίσω. Το πιθανότερο, μου είπε είναι να μην είναι κάτι ανησυχητικό. ‘Δίκιο θα είχε’, σκέφτηκα, αν ο τυπάς την είχε κάνει, αλλά πού;

    Εκεί. Ακούνητος.

    Κλείνω το τηλέφωνο λίγο πιο ήρεμος αλλά όχι λιγότερο ανήσυχος. Τα μάτια μου με γδέρνουν από την προσπάθεια να τα κρατάω ανοιχτά για να μη χάσω λεπτομέρεια σε πιθανή κίνηση του κοκαλωμένου άντρα. Περιμένω. Περνά η ώρα αλλά περιπολικό πουθενά. Αναρωτιέμαι αν κάλεσα πράγματι στην αστυνομία και ξεκινάω ενστικτωδώς να κάνω σενάρια για το τι θα μπορούσε να έχει γίνει στο διάστημα από το τηλεφώνημα, μέχρι να έρθει βοήθεια.

    Ξαναβγάζω το τηλέφωνο να δω, πόση ώρα έχει περάσει από το τηλεφώνημα, μιας και, δεν υπάρχει καμία κίνηση που να δείχνει αυτό που μου είπε η κοπέλα στο τηλέφωνο.

    Νιώθω την παλάμη μου ιδρωμένη και ένα άγχος ξαφνικό να με έχει κατακλύσει. Πλησιάζει περίπου το μισάωρο. Μέσα στην ησυχία του σπιτιού ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου πιο δυνατά, κοιτάζω πλαγίως το ρολόι στην τηλεόραση, θυμάμαι την φράση: ο χρόνος μετράει διαφορετικά για όλους και σκέφτομαι πόσο δίκιο είχε όποιος την είπε.
    Το στόμα μου έχει στεγνώσει, η στυφάδα εξακολουθεί μιας και νερό δεν είχα πιεί γουλιά, μόνο είχα γεμίσει το ποτήρι που έστεκε στο τραπεζάκι του σαλονιού * τα χέρια μου παγώνουν από την ακινησία, τα πόδια μου το ίδιο, μαζί με ένα ελαφρύ πόνο στη μέση από την ορθοστασία και, η αστυνομία, άφαντη.

    Η κίνηση στο διαμέρισμα των κοριτσιών δεν σταματάει. Ο άντρας παρακολουθεί χωρίς καμία διαφορά όση ώρα τον έχω στο οπτικό μου πεδίο. Είναι ακουμπημένος στον κορμό του δέντρου και σκέφτομαι πως αυτό τον βοηθά στο να μην έχει αλλάξει στάση τόση ώρα. Ανεξήγητο. Δεν μπορεί! Θα έπρεπε να έχει παγώσει!

    Πριν προλάβω να τελειώσω τη σκέψη μου αρχίζει να κινείται. Ξεκολλάνε τα μάτια μου. Ανεβαίνουν οι παλμοί μου και κινείται το αίμα στο κορμί μου. Γυρίζει ελαφρά το κεφάλι του αριστερά δεξιά σα να είχε ακούσει κάτι και κοίταζε να δει τι ήταν. Στρέφει λίγο περισσότερο το κεφάλι, λίγο πιο αριστερά, σαν να κοιτάζει πάνω από τον ώμο του και μένει για λίγο εκεί. Δεν παίρνω τα μάτια μου από πάνω του και προσπαθώ να ακούσω κάποιο ήχο από αυτοκίνητο ή μηχανή. Τίποτα. Προσπαθώ να μαντέψω τι θα κάνει, χωρίς να ξεχάσω κάποια λεπτομέρεια για την περίπτωση που απομακρυνθεί και χρειαστεί να δώσω πληροφορίες στην αστυνομία. Άκυρο. Πήγε λίγο πιο πλάι. Δεν έχω πια ολόκληρη την εικόνα του γιατί με εμποδίζει ο κορμός του δέντρου. Έχω φτάσει στο απόγειο του άγχους μου και η ατέρμονη αναμονή της εμφάνισης των αστυνομικών έχει αρχίσει να με εξοργίζει. Κάνω να καταπιώ και κολλάει το σάλιο στο στόμα. Εμ βέβαια, δεν έχω πιεί ούτε σταγόνα από το νερό που έφερα από την κουζίνα. Το ψάχνω με τα μάτια για να δω πού το άφησα. Δεν είναι στο οπτικό μου πεδίο.

    Το χρειάζομαι όμως γιατί νιώθω μια ξαφνική εξάντληση από την αγωνία και την στατικότητα. Λίγο νερό είναι ότι μου χρειάζεται. Στρίβω το κεφάλι ελάχιστα, θυμάμαι ότι το έχω αφήσει στο τραπεζάκι του σαλονιού. Και πώς το φτάνω;; είναι στην πλάτη μου ακριβώς, μισό μέτρο δηλαδή και χαμηλά. Δεν είναι δύσκολο, σκέφτομαι. Χαμηλώνω από το παράθυρο με μια ελαφριά κίνηση στα γόνατα, η οποία με κάνει να μορφάσω από τον πόνο της ακινησίας αλλά, στρίβω ελαφρά και το σώμα και απλώνω το χέρι. Ίσα που αγγίζω το ποτήρι* λίγο τεντώνομαι και, δόξα σοι! Το παίρνω στο χέρι μου, το φέρνω στα χείλη και νιώθω τη δροσιά του να ευχαριστεί τη γλώσσα μου. Το κρατάω στο χέρι και γυρίζω αργά το βλέμμα μου προς το παράθυρο να συνεχίσω την έκτακτη δουλειά παρακολούθησης που προέκυψε παρά τη θέλησή μου, αλλά και για να ανακαλύψω με τον πιο τρομακτικό τρόπο τον φόβο, τον πανικό και τον τρόμο οι οποίοι έχουν τη μορφή του άντρα και των δύο ψυχρών ματιών του, κολλημένα στο παράθυρό μου να με κοιτάνε ίσια, καρφωμένα μέσα στα μάτια.

    Τέλος

    Φωτεινή Εμμανουηλίδου


Τί αισθανθήκατε;

Σύγχυση Σύγχυση
0
Σύγχυση
Απογοήτευση Απογοήτευση
0
Απογοήτευση
Ενθουσιασμό Ενθουσιασμό
0
Ενθουσιασμό
Έκπληξη Έκπληξη
0
Έκπληξη
Αγάπη Αγάπη
0
Αγάπη
Γέλιο Γέλιο
0
Γέλιο
Αμηχανία Αμηχανία
0
Αμηχανία
Θρίαμβο Θρίαμβο
0
Θρίαμβο

0 Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Choose A Format
Personality quiz
Series of questions that intends to reveal something about the personality
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Countdown
The Classic Internet Countdowns
Open List
Submit your own item and vote up for the best submission
Ranked List
Upvote or downvote to decide the best list item
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF
Gif
GIF format