4ος Διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής 2019

Ο 40ς διαγωνισμός δημιουργικής γραφής 2019 ολοκληρώθηκε επιτυχώς 1 min


-1
-1 points

Η πρώτη φάση του 4ου διαγωνισμού δημιουργικής γραφής που διοργανώθηκε από την Εναλλακτική Δράση και τη Σχολή Δημιουργικής Γραφής Harmony and Creativity, ολοκληρώθηκε. Πάνω από 182 διηγήματα εστάλησαν. Από αυτά, επιλέχθηκαν τα 10 καλύτερα και τίθενται από σήμερα και μέχρι τις 2 Απριλίου 2019 στη διάθεσή σας ώστε να αναδείξετε εσείς τα τρία καλύτερα.

Ο Δρ Δημήτρης Μπογιατζής, ιδρυτής της Σχολής Harmony and Creativity, είπε:

Ήταν πραγματικά πολύ δύσκολη η επιλογή των 10 καλύτερων διηγημάτων που στάλθηκαν στον 4ο Διαγωνισμό Διηγήματος! Ευχαριστούμε πολύ, όλους τους συμμετέχοντες και τους συγχαίρουμε για την προσπάθειά τους. Η συμμετοχή τους στο Διαγωνισμό αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι, πολλοί άνθρωποι αυτού του τόπου αγαπούν τη Λογοτεχνία και τη Γραφή και εργάζονται με στόχο την καλλιέργεια και την πνευματική ανάπτυξη!

Η Εναλλακτική Δράση και η συντακτική της ομάδα, επίσης συγχαίρουν όλους τους συμμετέχοντες, καθώς και τους δέκα συγγραφείς των οποίων τα κείμενα προκρίθηκαν

ΤΑ 10 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Η σειρά είναι τυχαία

1. Το πρόσωπο – Άννα Κεχαγιά
2. Αντίστροφη μέτρηση- Λυδία Λαζαράκου
3. 24 ΚΑΡΕ – Λαμπρινή Καραθανάση
4. Ζωή σαν παραμύθι- Κέλλυ Νικολαΐδου
5. Χρόνια πολλά – Ανδρομάχη Μαντζανίδου
6. Ο “κύριος” Μπάμπης- Μέμη Καρυώτου
7. Ατελώς- Μαρία Βέρρου
8.ΞΥΠΝΑΙΣΘΗΣΗ- Λευτέρης Ασπρόπουλος
9. Ο μυστηριώδης άντρας – Φωτεινή Εμμανουηλίδου
10. Τι είναι αυτό που κάνει το μυαλό και την καρδιά να ταξιδεύει – Δημήτρης Μελαχροινός

Θα ακολουθήσει τελετή βράβευσης στους συγγραφείς και των 10 διηγημάτων από το Harmony and Creativity.

Τα τρία καλύτερα διηγήματα θα δημοσιευθούν στην Αρχική Σελίδα της Εναλλακτικής Δράσης, στην Εναλλακτική Ατζέντα και στο Harmony and Creativity.

Ο συγγραφέας του καλύτερου διηγήματος θα κερδίσει ένα τρίμηνο πρόγραμμα εκπαίδευσης στη δημιουργική γραφή. Διαβάστε περισσότερα για τα μαθήματα δημιουργικής γραφής εδώ

Ακολουθούν τα κείμενα με σειρά βαθμολογίας

  1. 1 Τι είναι αυτό που κάνει το μυαλό και την καρδιά να ταξιδεύει;


    Τι είναι αυτό που κάνει το μυαλό και την καρδιά να ταξιδεύει; Είναι μια λέξη; Μια μυρωδιά; Μια εικόνα; Ένας στίχος τραγουδιού;

    Για μένα ήταν αυτό ακριβώς. Ένα τραγούδι ... ‘’Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά...’’ Στο άκουσμα των στίχων αυτών ήταν σαν, ξαφνικά, όλα γύρω να γίνονται θολά και ενώ ξέρεις ότι είσαι εδώ,είναι σαν το εδώ να μην υπάρχει πλέον,είναι σαν να έχεις μπει μέσα στη χρονοπύλη της καρδιάς και να μεταφέρεσαι σε εκείνη την στιγμή που ξαφνικά γίνεται το τώρα,το τώρα που είναι το παρελθόν αλλά είναι και το παρόν σου.

    Βρίσκομαι ακριβώς εκεί, σε εκείνη τη στιγμή που την κοιτώ να απομακρύνεται, κοιτώντας με στα μάτια απο την πρύμνη του καραβιού που φεύγει απο το λιμάνι. Το βιώνω τόσο δυνατά ,τόσο ζωντανά, είμαι εκεί. Ο ήλιος ρίχνει της ακτίνες του στην καλντέρα και αντανακλά στο βαθύ μπλέ της θάλασσας, τα άσπρα σπίτια στο φως του ήλιου είναι σαν να χαμογελούν και να λένε καλημέρα και αυτά με την σειρά τους.

    Υπάρχει μια απέραντη ομορφιά γύρω σου που σε μαγεύει αλλα εμένα τα μάτια μου είναι καρφωμένα στα δικά της καθώς το καράβι φεύγει. Δεν ξέρω τι είναι πιο όμορφο πλέον, το τοπίο γύρω μου ή τα λυτά της ξανθά μαλλιά που ανεμίζουν στον ζεστό Αυγουστιάτικο αέρα; Τα δάκρυα μας είναι σαν να έχουν συντονιστεί και ρέουν απο τα μάτια μας... Ξέρω ότι φεύγει μόνο για λίγες μέρες και θα επιστρέψει ξανά πίσω σε εμένα αλλά ακόμα και έτσι, ο πόνος της αποχώρησης δεν μπορεί παρά μόνο να εκφραστεί μέσα απο την σιωπή και το δάκρυ που κυλάει αργά στο μαγουλό μου. Δεν θέλω να το σκουπίσω για να μην με δει και την στεναχωρήσω ακόμα παραπάνω, καθώς ξέρω ότι πονάει και εκείνη το ίδιο.

    Κάποιος θα έλεγε ότι είναι ίσως και υπερβολικό να αισθάνομαι έτσι, μιας και γνωριζόμαστε μόλις μερικούς μήνες, όμως τα συναισθήματα είναι τόσο δυνατά! Είναι ένας έρωτας με την πρώτη ματιά; Είναι άλλη μια ιστορία καλοκαιρινής αγάπης; Ή ίσως μια σχέση που θα κρατήσει μια ζωή;

    Γνωριστήκαμε μέσω φίλων στην αρχή της σεζόν. Εκείνη τουρίστρια απο Αυστραλία που δούλευε σε ένα μπαράκι ώστε να συνδιάσει διακοπές και δουλειά και εγώ, μπάρμαν, στο πιο γνωστό μπαρ του νησιού. Όλοι ήξεραν στο νησί, τη μεγάλη μου επιθυμία να φύγω για Αυστραλία, δεν είχαν περάσει ούτε έξι μήνες, από τότε που επέστρεψα απο εκεί και δεν μπορούσα να περιμένω για να ξαναγυρίσω πίσω, ήμουν απλά, ερωτευμένος με τη χώρα αυτή !

    Μου είχε γίνει σχεδόν εμμονή το να βρω τον τρόπο να γυρίσω, ήξερα ότι έπρεπε να φύγω και το συναίσθημα ήταν τόσο δυνατό, που κάποιες φορές, ένιωθα ότι πνιγόμουν εδώ. Καθώς όλα άρχιζαν να μπαίνουν στους ρυθμούς του καλοκαιριού ,ένα βράδυ μετά την δουλειά, όπως συνηθίζαμε κάθε βράδυ, βγήκαμε όλοι για ένα ποτό στο στέκι μας. Μεταξύ χορού και τεκίλας, ένας απο τους φίλους μου λέει ‘’έλα να σε συστήσω σε μια φίλη μου απο την Αυστραλία’’. Τα μάτια μου έλαμψαν και μόνο στο άκουσμα της λέξης ‘’Αυστραλία’’. Εκείνη ήταν και η πρώτη φορά που είδα τα πράσινα της μάτια να με κοιτούν και αμέσως ήξερα ότι θα υπάρχουν πολλές στιγμές σαν και αυτή, στο μέλλον.

    Πιάσαμε την κουβέντα αμέσως, καθισμένοι στο μπαλκόνι μέχρι το πρωί, με την καλντέρα στα πόδια μας να λάμπει απο το φώς της πανσελήνου. Τη συνόδεψα στο σπίτι της και συνέχισα προς το σπίτι μου. Περπατούσα εκείνο το πρωινό σαν χαμένος, ήμουν μεθυσμένος, ναι, αλλά όχι από την τεκίλα αλλά απο τα μάτια της. Οι μέρες παιρνούσαν και εμείς βρισκόμασταν όλο και πιο συχνά. Για το κλασικό καφεδάκι μας το πρωί στην πλατεία, μεσημεριανό σε κάποια μικρή ψαροταβέρνα σε απόμακρες παραλίες και φυσικά, ποτάκι μετά απο τη δουλειά. Περνάγαμε σχεδόν όλο μας το χρόνο μαζί αλλά ποτέ δεν είχε γίνει καμιά κίνηση και απο τους δυο μας για κάτι παραπάνω, σαν να ήταν κάτι το ιερό αυτό που νιώθαμε και δεν θέλαμε να ρισκάρουμε να το χάσουμε.

    Κάθε πρωί που άνοιγα τα μάτια μου, το πρώτο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να ετοιμαστώ και να πάω να την πάρω απο το σπίτι της, για το προγραμματισμένο μας καφεδάκι. Κάπως έτσι, νομίζω, ένιωθε και εκείνη μιας και κάθε φορά που πήγαινα να την πάρω, με περίμενε στο στενό σοκάκι με ενα πλατύ χαμόγελο και μια λάμψη στα μάτια της. Κάθε μέρα μιλάγαμε για ώρες, ήξερα σχεδόν τα πάντα για τη ζωή της και εκείνη για τη δική μου. Είχαμε έρθει τόσο κοντά ο ένας στον άλλον που ήταν σαν να γνωριζόμαστε χρόνια ...

    Κάπου εκεί, προς τη μέση του καλοκαιριού άρχισε να αισθάνεται άρρωστη, με ένα βήχα ο οποίος δεν υποχωρούσε με τίποτα,είχαμε δοκιμάσει τα πάντα και δεν μπορούσαμε να τον σταματήσουμε. Μια μέρα της είπα ότι αυτό δεν πάει άλλο και την πήγα στο νοσοκομείο. Ο γιατρός είπε οτι είναι απο την υγρασία, στο σπίτι που έμενε και ότι θα έπρεπε να βρει κάπου αλλού να μείνει ... Δεν ήταν καθόλου καλά τα νέα γιατί, το να βρεις να μείνεις κάπου αλλού στα μέσα της σεζόν στο πιο γνωστό νησί του κόσμου είναι λίγο δύσκολο έως και αδύνατο, θα έλεγα.

    Μετά απο αρκετή σκέψη και ατελείωτες ώρες, γυρεύοντας δωμάτιο σε τιμή που θα μπορούσε να αντεπεξέλθει με τον μισθό της και βεβαίως τον βήχα να μην υποχωρεί, έκανα τη μεγάλη ερώτηση ... Μια ερώτηση που την είχα σκεφτεί πολλές φορές - να πω την αλήθεια - αλλά δεν τολμούσα να τη ρωτήσω, με το φόβο μήπως και παρεξηγηθώ. Έτσι, πήρα μια βαθιά (πολύ βαθιά) ανάσα και την ρώτησα:‘’Θέλεις να έρθεις να μείνεις στο σπίτι μου;’’ Ένιωθα τον ιδρώτα να τρέχει σαν νερό απο το μέτωπό μου,τα χέρια μου είχαν παγώσει και είμαι βέβαιος ότι έτρεμαν κιόλας. Με κοιτάει σιωπηλή για μερικά λεπτά, που για μένα φάνηκαν αιώνας και μου λέει ‘’νόμιζα ότι δεν θα με ρώταγες ποτέ. Πολύ θα το ήθελα ! ‘’
    Όλες οι γιορτές ήρθανε μαζί !!! Έτσι αισθανόμουν. Χωρίς δεύτερη κουβέντα και με χαμόγελα, πήγαμε στο σπίτι της και αρχίσαμε να βάζουμε όλα τα πράγματα της στο σακίδιο της, ξέρεις εκείνα τα σακίδια που χωράνε και εμένα μέσα. Φτάσαμε στο σπίτι μου καταϊδρωμένοι απο τη ζέστη και όλα αυτά που είχαμε να κουβαλήσουμε. Έμενα σε ενα μικρό σπιτάκι λίγο έξω απο την πόλη, με ένα υπνοδωμάτιο που είχε δύο κρεβάτια μέσα, μια κουζίνα με ένα τραπέζι και το μπάνιο του. Μικρό μεν αλλά χωρίς υγρασία δε και ερχόταν με τις έξτρα ανέσεις του κιόλας, μια αιώρα στην πίσω αυλίτσα του σπιτιού.

    Τα μάτια της,αυτά τα υπέροχα καταπράσινα μάτια της έλαμπαν απο χαρά ,δεν χρειαζόταν να πει τίποτα, το ήξερα ότι ήταν ευτυχισμένη όπως ήμουν και εγώ άλλωστε. Απο εκείνη τη μέρα και μετά σχεδόν δεν μας ξαναείδαν στο νησί. Φτιάχναμε πρωινό στο σπίτι, καφεδάκι στην αυλίτσα, μαγείρεμα μαζί και μετά τη δουλειά, μπυρίτσα στην αιώρα κάτω απο τον καλοκαιρινό ξάστερο ουρανό. Δεν πέρασε πολύς καιρός για να ανακαλύψουμε ότι, τελικά, η αιώρα μπορεί να δεχθεί δυο άτομα αγκαλιασμένα και απο εκείνη τη βραδιά και κάθε βραδιά, δεν κοίταξα ποτέ τον καλοκαιρινό ουρανό χωρίς να την έχω στην αγκαλιά μου και να της χαϊδεύω τα ξανθά της μαλλιά. Ήμουν ερωτευμένος !!!

    Ζούσαμε ένα όνειρο, μια ιστορία καλοκαιρινής αγάπης, όπως εκείνες που βλέπεις μόνο σε ταινίες. Ήταν πολλές οι φορές που σκεφτόμουν ότι δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που ζω,πώς είναι δυνατόν να νιώθω τόσο ερωτευμένος μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ήταν ένα όνειρο που δεν ήθελα ποτέ μα ποτέ να τελειώσει. Δίπλα της, ένιωθα άλλος άνθρωπος, για την ακρίβεια ένιωθα ο εαυτός μου. Ο πραγματικός μου εαυτός. Πρωτόγνωρα συναισθήματα, σχεδόν καθημερινά, και αυτά τα μάτια της, μια πράσινη λίμνη αγάπης και ευτυχίας !!!

    Ενα πρωί, καθώς ετοιμάζαμε το πρωινό μας καφεδάκι , μου λέει ‘’θα πρέπει να φύγω για λίγες μέρες, να πάω στην Αθήνα για να διευθετήσω τη βίζα μου,θα είναι μόνο για δύο-τρεις μέρες’’. Ζαλίστηκα ... ‘’Τι εννοείς ;’’ ρώτησα με ένα τόνο πανικού στη φωνή μου. ‘’Δεν μπορείς να φύγεις τώρα, θα το κανονίσουμε μετά το τέλος της σεζόν.Πρέπει να γίνει τώρα;;’’ Ένιωθα χαμένος σαν να μου έλεγε ότι φεύγει για πάντα. Μου εξήγησε ότι δεν γινόταν να το αναβάλλει γιατί δεν ήθελε να το ρισκάρει και να έχει πρόβλημα αργότερα . Ό,τι μου έλεγε ακουγόταν λογικό αλλά η καρδιά μου πήγαινε σαν τρελή, μόνο με τη σκέψη. Αφού μου πέρασε η κρίση πήγαμε και βγάλαμε τα εισιτήρια για την επόμενη μέρα. Προορισμός, Πειραιάς ...

    Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Καθήσαμε όλο το βράδυ ξαπλωμένοι στην αιώρα, κοιτάζοντας τον ουρανό, αμίλητοι. Ήταν ξεκάθαρο ότι ήμασταν και οι δυο θλιμμένοι αλλά έπρεπε να γίνει. Κατεβήκαμε στο λιμάνι αρκετά πιο νωρίς και καθήσαμε σε ένα απο τα καφέ, μέχρι να έρθει το καράβι. Όλα φαίνονταν σχεδόν ακίνητα, σαν και το νησί να έχανε ένα κομμάτι απο την ζωντάνια του, μαζί με εκείνη. Μέχρι που η βοή απο τη σφυρίχτρα του καραβιού, καθώς έμπαινε στο λιμάνι, έδωσε στα πάντα γύρω μας κίνηση. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πούμε αντίο και όπως έδενε το καράβι, έτσι και το στομάχι μου δενόταν κόμπος από τη θλίψη.

    Την αγκάλιασα τόσο σφιχτά που οι ανάσες μας κόπηκαν. Εκείνη την στιγμή που βιώνω μια απέραντη θλίψη μέσα μου, την ακούω να μου ψιθυρίζει ... ‘’Σε αγαπώ, θα γυρίσω σύντομα, στο υπόσχομαι’’ ... Αυτό που φοβόμουν να πω το είπε πρώτη. Έπιασα το κεφάλι της με τα δυο μου χέρια σαν να κρατούσα το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο και κοιτάζοντας μέσα στα πιο όμορφα μάτια που έχω δει στη ζωή μου ακούμπησα τα χείλη μου στα χείλη της μέχρι που η πνοή της έγινε πνοή μου. ‘’Σε αγαπώ, μην αργήσεις, θα σε περιμένω’’ της είπα. Ανέβηκε στο καράβι και εγώ απλά, περίμενα ,περίμενα εκεί, στο ίδιο σημείο χωρίς να έχω τη δύναμη να κουνηθώ. Πονούσε όλο μου το σώμα, πονούσε η καρδιά μου, ένας πόνος που δεν θα μπορούσε να γιατρευτεί μέχρι να την ακούσω να μου λέει «Σε αγαπώ» ξανά.

    Έτσι, την έβλεπα να φεύγει και να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από εμένα ...  Ώσπου η βοή από τη σφυρίχτρα του καραβιού ακούστηκε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά ήμουν ξαφνικά, στο τώρα. Κούνησα λίγο το κεφάλι για να επανέλθω στην πραγματικότητα, βγαίνω από το αυτοκίνητο και εκεί, μπροστά στα μάτια μου, στην πρύμνη του καραβιού είναι και πάλι εκείνη ! Όμορφη όπως και τότε. Τι και εάν πέρασαν 15 ολόκληρα χρόνια απο εκείνο το καλοκαίρι, αυτά τα μάτια της πάντα θα κάνουν την καρδιά και την ψυχή μου να χαμογελάει. Έτρεξα αμέσως να τη συναντήσω όπως θα βγαίνει απο το καράβι,αλλά αυτή την φορά άκουσα εκτός από το δικό της «Σε αγαπώ» και άλλα δύο, απο τις πανέμορφες κόρες μας !!!

    Δημήτρης Μελαχροινός

  2. 2 Χρόνια Πολλά


    Ακουμπισμένη στη μαύρη βελούδινη πλάτη του κρεβατιού της, προσποιούνταν ότι ο καταρράκτης την αφήνει να διακρίνει τα γράμματα στα παλιά αποκόμματα περιοδικών κι εφημερίδων. «Aκατέργαστο διαμάντι» και μια πρώιμη φωτογραφία της από κάτω.

    Ήταν τότε που ο Μητρούλης ο δημοσιογράφος την είχε δει για πρώτη φορά στο καφενείο του Βασίλα κι έπεισε τον εκδότη του να γράψει γι αυτήν. Ήταν μόλις η δεύτερη μέρα της με το θίασο κι ο Ανδριανός την ανέβασε στη σκηνή με τις παλιές. «Ρίχνεις το κορίτσι στα λιοντάρια» του είπε η γυναίκα του. «Η μικρή έχει κότσια, θα τα καταφέρει», απάντησε αυτός.

    Κι αυτή τα κατάφερε. Χωρίς ατάκα και χωρίς πρόβα. «Από τα μπουλούκια του Ανδριανού στο Εθνικό η Σουίτι». Σε όλους έλεγε πόσο περήφανη ένιωθε που δούλεψε στα μπουλούκια δίπλα σε τόσο αξιοπρεπείς ανθρώπους. Σε κανέναν δεν ομολόγησε ότι εκεί βρήκε καταφύγιο στα δεκάξι της όταν ο πατριός της δεν αρκέστηκε στο να τη γλυκοκοιτάζει απλώς.

    Του έδωσε μια κλωτσιά στα αχαμνά, άρπαξε όσα χρήματα είχε πρόχειρα στο πορτοφόλι του κι έφυγε μια για πάντα από το πατρικό στους Αμπελόκηπους. Σε κανέναν δεν εξομολογήθηκε ότι έκλαιγε βουβά όταν ο Γιώργης που μετά έγινε ο «συνδυασμός ταλέντου και Ζαν Πρεμιέ», μπήκε μέσα της απότομα το βράδυ έξω από τη σκηνή όσο η πρώτη γυναίκα του κοιμόταν μέσα.

    Ούτε για τη Σμαρώ είπε κουβέντα, που της έσκιζε τα καλσόν πριν ανέβει στη σκηνή και την άφηνε με γυμνά πόδια μέσα στο καταχείμωνο. Της άρεζε μόνο να μιλάει για το πρώτο βράδυ που την ανέβασαν στην αυτοσχέδια σκηνή στο καφενείο του Βασίλα, κι αφού έμεινε δυο λεπτά με τις γροθιές κλειστές κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά , άρχισε να τραγουδά «από τα πολλά που μου ΄χεις καμωμένα, δε σε θέλω πια, δεν σε θέλω πια, τα σωθικά μου τα ΄χεις μαυρισμένα, δεν σε θέλω πια, δεν σε θέλω πια». Αυτό ήταν, ακόμη κι ο Μητρούλης που καθόταν έξω , παράτησε το τσίπουρο στη μέση και μπήκε μέσα για να αντικρύσει «το κορίτσι με τη γλυκειά βραχνάδα και τα απροσδόκητα γυρίσματα στη φωνή».

    «Πιο λαμπερή από το διαμαντένιο περιδέραιο της στο πλευρό του Έλληνα Κροίσου», έγραφαν. Για τη γροθιά από το χρυσό χέρι του που της κόστισε το μπροστινό της δόντι, ούτε κουβέντα. Ποιος θα τολμούσε να το αναφέρει άλλωστε;

    Όπως πλήρωσε για να της το ξαναφτιάξει, θα πλήρωνε και για να σιωπήσουν. Ήταν κάποτε κι ένας Χρήστος με πράσινα μάτια. Τον φάγανε γιατί ήταν στην Αντίσταση. Σώμα χωρίς χέρια κηδέψανε. Τον έκλαψε ως τα ξημερώματα όταν της φέρανε τα μαντάτα. Και τη μέρα της κηδείας φόρεσε το κόκκινο φόρεμα κι έγινε η ξέγνοιαστη «Δεσποινίς Σορολόπ».

    Όρθιοι τη χειροκροτούσαν εκείνο το βράδυ. Κι ο χαφιές που έδωσε το Χρήστο της, αναμεσά τους στη δεύτερη σειρά. Αμέσως μετά την απελευθέρωση έφυγε με το θίασο στην Αμερική. Ανέβαζαν το Βαφτιστικό στην Αστόρια εκείνο το Δεκέμβρη και δεν την είδε την Αθήνα αιματοβαμμένη. Για την εκτέλεση της Ελένης από τον ΕΛΑΣ το διάβασε στις εφημερίδες. Από τις φυλλάδες της εποχής κράτησε μόνο μερικά οπισθόφυλλα που έγραφαν το όνομα της. «Βρήκε τη νέα μούσα του στο πρόσωπο της Σουίτι ο Σακελαρίδης», «Εθνική περηφάνεια για την ερμηνεία της Σουίτι στο Βαφτιστικό».

    Στην πατρίδα γύρισε όταν ηρέμησαν τα πράγματα. Όλα της φαίνονταν αλλιώς, άλλωστε κάποιοι δικοί της έλειπαν. Άλλοι στο χώμα κι άλλοι στα ξένα. Ήρθε κι ο εμφύλιος μετά κι αυτή έπρεπε να διαλέξει στρατόπεδο. Τα χέρια της τρέμανε καθώς προσπαθούσε να ξεχωρίσει τις ευχετήριες κάρτες από τα αποκόμματα και τα εξώφυλλα.

    Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της στο εξώφυλλο του Ρομάντζου δεν έμοιαζε με τίποτα στη γριά που αντίκρυζε καθημερινά στον καθρέφτη. Τώρα, τα μαλλιά της στέκονταν κατάξανθα, κοκαλωμένα, με μια ελαφριά κλίση προς το πηγούνι, σαν ένας κίτρινος κύλινδρος που πασχίζει να αγγίξει τα μάγουλα της. Το πρόσωπο της, χαρτοπετσέτα στο χρώμα της ώχρας που έγινε κουβάρι στα χέρια κάποιου παιδιού κι αδυνατούσε να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Ο λαιμός της, κίτρινες πέτσες που κρέμονταν πλεγμένες με δυο τρεις καταγάλανες φλέβες. Οι πανάδες της σαν βραχονησίδες που λεκιάζουν τον κατάλευκο ωκεανό του χαλαρού της μπούστου. Τα μάτια της ήταν ακόμη γαλανά, μόνο το βλέμμα είχε αλλάξει. 22 Δεκεμβρίου σήμερα κι αυτή ήθελε να ξεχάσει πόσα χρόνια έκλεινε. Θυμήθηκε τότε που τον πρωτοείδε στου Τζίμη του Χοντρού. Τέτοια μέρα ήταν.

    Τη σήκωσαν να πει κι αυτή ένα τραγούδι στη μέση του προγράμματος. «Συ μου χάραξες πορεία» τραγουδούσε όταν τον πρωτοαντίκρισε. Λες κι η ζωή προοικονομούσε την πορεία της μαζί του. Μυρωδιά καπνού, ανάμεικτη με φτηνό ουίσκι και γαρύφαλλα, πολλά γαρύφαλλα. Αυτά θυμόταν από εκείνο το βράδυ. Και το βλέμμα του, τον τρόπο που την κοιτούσε.
    «Πρεμιέρα για Διαβολόπαιδο την ημέρα των γενεθλίων της ντίβας», «Η αυτοδίδακτη Σουίτι μεγαλώνει κι ομορφαίνει», «Πλημμύρισε η σκηνή τριαντάφυλλα στο διάλειμμα για τα γενέθλια της δεσποινίδας Σουίτι». Γενέθλια; Κι αυτά τα είχε αλλάξει όπως και το όνομα της. Η Μαρία Παπαδοπούλου, γεννημένη την 25η Δεκέμβρη του 1910, έγινε η Μαριαλένα Σουίτι, γεννημένη την 22η Δεκεμβρίου του 1923. Ούτε σ΄ αυτόν δεν ομολόγησε ποτέ την πραγματική της ηλικία. Αλώστε ,τότε δεν συνηθίζονταν οι γυναίκες με μικρότερους άντρες.

    Είχε και κάποια πλαστικοποιημένα αποκόμματα, «Συγκλονίζει στο Ηρώδειο η Σουίτι», «Ανυπέρβλητη ερμηνεία στην Ηλέκτρα». Γι αυτά τα τελευταία ένιωθε πολύ περήφανη. Ακόμη και οι πιο σκληροί επικριτές της, την παραδέχτηκαν «Κυρία Σουίτι, υποκλινόμαστε!». Είχε κι αυτά που την έκαναν να αναπολεί, « Σπατάλη ταλέντου για τη Σουίτι Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Ήταν τότε, που για να περάσει το έργο από τη λογοκρισία της Χούντας έπρεπε να παίξουνε όλοι σαν ερασιτέχνες, ανάμεσα τους κι αυτή. Δεν είχαν ιδέα ότι η πραγματική παράσταση ήταν ένα αριστούργημα κι όχι η παρωδία που παρακολούθησαν για να το αφήσουν να ανέβει. Φυσικά, η παράσταση ενθουσίασε το κοινό.

    «Αρνείται την ύπαρξη ειδυλλίου η νεαρά πρωταγωνίστρια». Ψέματα τους έλεγε. Θυμόταν ακόμη τη μέρα που τον έδιωξε από το σπίτι της, εκείνο το παλιό αρχοντικό με τα κολονάκια στην Εκάλη. Είχε τολμήσει να της αγοράσει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι και να της ζητήσει να παντρευτούν. Αυτή όμως ήθελε να συνεχίσει να φορά τα βελούδινα κορμάκια και να χορεύει στη σκηνή.

    Ποτέ της δεν ήθελε παιδιά. Στο εξώφυλλο του Θησαυρού βροντοφώναζε «Λατρεύω τα παιδιά που δε με αποκαλούν μαμά». Αλήθεια έλεγε. Ποτέ της δε ήθελε να εγκλωβιστεί στο μίζερο ρόλο που της πρότεινε αυτός με αντάλλαγμα ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι. Το τίμημα θα ήταν βαρύ και δεν είχε καμία διάθεση να το πληρώσει. Του ζήτησε να μαζέψει τα πράγματα του και να μην την ενοχλήσει ξανά. Δέκα χρόνια μοιραζόταν το κρεβάτι της μαζί του. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να το κάνει. Όχι, δεν μετάνιωνε. Δεν μετάνιωσε ποτέ. Ούτε τότε που τα περιοδικά αναρωτιόνταν αν «Εγκυμονεί η γλυκύτατη Σουίτι;» και πουλούσαν χιλιάδες στις νοικοκυρές που προσπαθούσαν να βρουν θέμα συζήτησης στον πρωινό τους καφέ. Ούτε στον ίδιο δεν το παραδέχτηκε.

    Αφού τον έδιωξε, αυτός συνέχισε να της στέλνει γράμματα και να της ζητά να αναθεωρήσει. Έπειτα έμαθε πως έφυγε μετανάστης στη Γερμανία, άνοιξε δικό του εστιατόριο και παντρεύτηκε κάποια ξανθιά Γερμανίδα. Φτηνή απομίμηση της, χωρίς σαρκώδη χείλη και πλούσιο μπούστο. Με ξερακιανά κανιά και δυο ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια, αδιάφορα και ψυχρά. Μέσα σε συλλογισμούς άνοιξε κι άλλο συρτάρι δίπλα της. Βρήκε το δαχτυλίδι. Της είχε ζητήσει να το κρατήσει για πάντα. Κι αυτή το κράτησε. Ακόμη κι όταν ξεπούλησε όλα της τα χρυσαφικά γιατί οι μετοχές της δεν απέδωσαν. Απομεινάρι ενός αρραβώνα που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

    «Ελεύθερη πολιορκημένη » την αποκάλεσε κάποτε ένας δημοσιογράφος. Άνοιξε το κόκκινο κουτί όπου φυλούσε παλιά ενθύμια από εραστές και φίλους. Εισιτήρια από ταξίδια, Μόντε Κάρλο, Παρίσι, Κόπα Καμπάνα, Βουδαπέστη, Αγία Πετρούπολη, Βενετία. Τι απέγιναν άραγε όλοι αυτοί οι άντρες ; Σκαλίζοντας βρήκε κι άλλα αποκόμματα παλιών εφημερίδων. Είχε αποστηθίσει τους χίλιοδιαβασμένους τίτλους, μπορούσε να τους απαγγείλει σχεδόν. «Μαριαλένα Σουίτι, πιο γλυκιά από το όνομα της», «Εξαντλήθηκαν τα εισιτήρια για τη μοναδική της εμφάνιση στο Εθνικό. Απαρηγόρητοι οι θαυμαστές» με το ασπρόμαυρο πορτρέτο της από κάτω, «Σίγουρη επιλογή για την Ωραία μου Κυρία η Σουίτι» και μια έγχρωμη φωτογραφία της σε λευκό φόντο. Μα πότε πέρασαν τόσα χρόνια;

    Ήταν περασμένες εννιά όταν άκουσε το νεαρό ζευγάρι στον κάτω όροφο. Σπάνια την έπαιρνε ο ύπνος κι άκουγε συχνά τα αγκομαχητά τους. Το δικό της κρεβάτι είχε χρόνια να σηκώσει το βάρος δυο κορμιών. Τα σεντόνια της είχαν ποτίσει τη μυρωδιά του γήρατος που πάντα μισούσε κι ήθελε να ξορκίσει. Η κοπέλα που της καθάριζε το σπίτι τα άλλαζε κάθε Τρίτη και Παρασκευή. Σήμερα ήταν Σάββατο. Τα υποτιθέμενα γενέθλια της. Η ώρα περνούσε και καμιά ανθοδέσμη δεν είχε έρθει ακόμη. «Δεν πειράζει. Έχουμε ολόκληρη ημέρα μπροστά μας». Άνοιξε την τηλεόραση. Η κοπέλα της φωτογραφίας στην πρωινή εκπομπή του ΑΝΤ1 κάτι της θύμιζε.

    Φόρεσε τα γυαλιά της για να διακρίνει τη φυσιογνωμία καλύτερα. Μα ναι, ήταν αυτή. Ήταν αυτή κάποτε, παλιά, πολύ παλιά. Τότε που αυτός την αγαπούσε. Τότε που ζούσε ακόμη στην Ελλάδα μαζί της. Της είχαν πεντάλεπτο αφιέρωμα λόγω των γενεθλίων της. Κρίμα που δεν την ενημέρωσαν, είχε ήδη χάσει τα δυο πρώτα λεπτά. Ή μήπως την ενημέρωσαν και το ξέχασε; Δεν θυμόταν καλά τελευταία. Ήθελε να δει λίγο ακόμη , αλλά είχε τη φωνή χαμηλωμένη ώστε να ακούσει τον ανθοπώλη όταν της χτυπήσει το κουδούνι. Κάθε χρόνο ίδια μέρα, πάντα πριν τις δέκα το πρωί μια ολοστρόγγυλη ανθοδέσμη με κόκκινα μπουμπούκια ερχόταν από το Μόναχο στην πόρτα της. Κάθε χρόνο τα πιο μυρωδάτα « Χρόνια πολλά». Πήγε δέκα. Το αφιέρωμα είχε ήδη τελειώσει από ώρα. Φόρεσε το διαμαντένιο δαχτυλίδι, ακούμπησε το δεξί της χέρι στο πι , κατέβασε το κατάλευκο πόδι στο μαρμάρινο πάτωμα και ανίχνευσε με τα δάχτυλα των ποδιών για τις γούνινες παντόφλες της. Φόρεσε τη μια κι έπειτα γύρισε το λιγοστό της βάρος κι ορθώθηκε μπροστά στο πι. Της πήρε πέντε λεπτά να πάει ως την τουαλέτα, όσο και το αφιέρωμα στην ίδια. Κι όσο είχε ακουμπισμένα τα γέρικα οπίσθια της στη λεκάνη , άκουσε το θυροτηλέφωνο. «Ήρθε η ανθοδέσμη!».

    Ήθελε να σηκωθεί αμέσως και να ανοίξει, να αφήσει και φέτος φιλοδώρημα στο παιδί και να του υπογράψει αυτόγραφο. Ήθελε να τρίψει με το δείκτη και τον αντίχειρα της τα κόκκινα τριαντάφυλλα που θα της έστελνε και φέτος από το Μόναχο. Ήθελε να σταυρώσει τα χέρια και να προσποιηθεί ότι νιώθει έκπληκτη . Το σώμα της όμως την είχε προδώσει. Άκουγε το θυροτηλέφωνο να χτυπά ξανά και ξανά. Για πέντε ολόκληρα λεπτά. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Όταν πια ο ήχος του σταμάτησε, σήκωσε το λιπόσαρκο κορμί της και κατευθύνθηκε ξανά προς την κρεβατοκάμαρα. Ο μοναδικός της θαυμαστής τα τελευταία πενήντα τρία χρόνια δεν είχε καταφέρει να της στείλει την καθιερωμένη ανθοδέσμη. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα περίμενε.

    Έβαλε τον αγαπημένο της δίσκο να παίζει και ακούμπησε ξανά την κυρτή της πλάτη στο βελούδινο κεφαλάρι. Άκουσε τη φωνή του Φώτη Πολυμέρη να της τραγουδά «Κλαις για αγάπες παληές, για φιλιά κι αγκαλιές που περάσαν», κι έπειτα να τη συμβουλεύει «παληές αγάπες μη θυμάσαι, μέσα στη λύπη θα χαθούν…». Μισόκλεισε τα μάτια και δάκρυα κύλησαν στα ζαρωμένα μάγουλα. Χαμογέλασε και φάνηκαν τα ούλα της κάτω από τα κάτωχρα χείλη. Δεν είχε φορέσει τη μασέλα της ακόμη. Έγειρε το κεφάλι στον ώμο της και παρασύρθηκε σ’ ένα γλυκό νανούρισμα. Η μουσική συνέχιζε «Μου είπες φεύγω και σ’ αφήνω, πουλί ελεύθερο θα γίνω…», το κεφάλι της βάρυνε μπροστά στο στέρνο της «Μες στα διαμάντια βουτηγμένη, αγάπες ψεύτικες πουλάς».

    Δυο μέρες μετά, η έντονη μυρωδιά σήψης είχε απλωθεί σε όλο το διάδρομο. Τα λιγοστά παιδιά που ανέβηκαν ως το όροφοδιαμέρισμα του εβδόμου για να πουν τα κάλαντα, έκανα μεταβολή μόλις βγήκαν από το ασανσέρ και κατέβηκαν κλείνοντας τις μύτες στους στο ισόγειο. «Μπλιαξ. Χειρότερα κι από ασβό». Η Ρόζα άργησε να έρθει γιατί μαγείρευε για την οικογένεια από το πρωί. Ξεκλείδωσε με το δεξί της χέρι, έκλεισε με το αριστερό τη μύτη της, τίναξε τις χιονισμένες μπότες της στο πατάκι της εξώπορτας και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Της έκλεισε τα μάτια, της πήρε το τηλεκοντρόλ από τα χέρια κι έπειτα της αφαίρεσε το διαμαντένιο δαχτυλίδι από το δεξί της παράμεσο. Ξανακλείδωσε την πόρτα, έκανε το σταυρό της και κατευθύνθηκε στο γωνιακό κατάστημα αγοράς χρυσού.

    Επιτέλους, φέτος θα αγόραζε δώρα Χριστουγέννων στα παιδιά και στον άντρα της.

    Ανδρομάχη Μαντζανίδου

  3. 3 Ζωή σαν Παραμύθι


    «Κρυσταλλία, που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας»

    Αυτή η φράση ερχόταν και ξαναρχόταν στον ύπνο της – επίμονη, γεμάτη πείσμα λες κι ήθελε να της θυμίσει κάτι που από καιρό ο νους της είχε θάψει στο λαβύρινθο των ανεπιθύμητων σκιών. Σαν ψυχολόγος που ήταν, γνώριζε πως το υποσυνείδητο έπαιρνε τα ηνία όταν οι ρυθμοί της ζωής ξεπερνούσαν τους ρυθμούς της αντίληψης. Ωστόσο, η Κρυσταλλία είχε χρόνια να πατήσει το πόδι της σε εκκλησία. Και τώρα, καθισμένη πίσω από το γραφείο της, με τον προτελευταίο πελάτη της ημέρας στον δερμάτινο λευκό καναπέ, αναρωτιόταν γιατί η ίδια φράση στριφογύριζε στο μυαλό της.

    «Νομίζω πως η Αλίσια έχει πρόβλημα και ίσως να πρέπει να δείτε κι αυτήν», κατέληξε ο αγχωμένος μεσήλικας.

    «Όταν λέτε πρόβλημα;»

    «Δεν μπορώ να το προσδιορίσω»

    «Προσπαθήστε»

    «Αν ήξερα, δε θα κάναμε αυτή τη συζήτηση», της είπε ελαφρώς ενοχλημένος.

    «Δεν έχετε κάποια άποψη πάνω στο θέμα δηλαδή;»

    Ο άντρας έτριψε τις παλάμες του μεταξύ τους ώσπου άσπρισαν κι ύστερα την κοίταξε με μάτια θολά.

    «Νομίζω ότι θέλει να χωρίσουμε», της είπε.

    «Τι θα σήμαινε αυτό για εσάς;»

    «Γιατί τα συζητάμε αυτά; Εγώ θέλω να αρχίσει συνεδρίες μαζί σας και να καταλάβει τι της φταίει»

    «Προς το παρόν, ο πελάτης μου είστε εσείς. Και είστε αρκετά ευφυής ώστε να αντιλαμβάνεστε πως αν έρθει εδώ και ανακαλύψει πως θέλει πράγματι να φύγει, εγώ δε θα την εμποδίσω»

    «Για αυτό ήθελα να σας παρακαλέσω να της εξηγήσετε πως η αληθινή αγάπη δεν παρουσιάζεται στη ζωή μας κάθε μέρα»

    «Καλύτερα να σας σταματήσω. Αυτό που έχετε στο νου σας μπορείτε να το ξεχάσετε. Δεν είμαι εδώ για να παραπλανώ τον κόσμο»

    «Μου αρνείστε κάτι τόσο αθώο; Στο τέλος – τέλος, ποιος κάθεται με έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή του το είπε ένας άγνωστος;»

    «Εκτός κι αν αυτός ο άγνωστος παίζει με την ψυχή του και τον οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Κάπου εδώ τελειώνει η συνεδρία μας», του είπε κοιτάζοντας το ρολόι της.

    Καθώς έφτιαχνε το μαυροζούμι της – το γαλλικό καφέ της - αναρωτήθηκε αν ο απελπισμένος μεσήλικας θα ανακάλυπτε κάποιον πρόθυμο να τον βοηθήσει στο σχέδιό του. Πόση βρωμιά να υπήρχε στον κόσμο άραγε;

    Κι όμως υπάρχει πολλή βρωμιά, επιβεβαίωσε η φωνούλα μέσα της.
    Ξέρεις εσύ … Κρυσταλλία, που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας.

    Το τελευταίο ραντεβού ήταν ένας παπάς – που είχε έρθει άλλη μια φορά. Της προκαλούσε ταραχή με την παρουσία του. Την πιλάτευε αρκετή ώρα – όπως και στην πρώτη συνεδρία – χωρίς να καταλήγει πουθενά.

    «Ουδείς αναμάρτητος», της έλεγε τώρα καθώς την κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια. Η Κρυσταλλία περίμενε τη συνέχεια που ήρθε μερικά λεπτά αργότερα.

    «Και φόνο να έχει διαπράξει κανείς, μετά την πάροδο εικοσαετίας, η πολιτεία παραγράφει τα εγκλήματά του», της είπε σκουπίζοντας τον ιδρώτα του με το κίτρινο μαντήλι του.

    «Σωστά», αποκρίθηκε εκείνη.
    Σηκώνει τις μαύρες του φτερούγες … Κρυσταλλία που έχεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας …

    «Από την άλλη, ακόμα και χωρίς να δικαστεί κάποιος, αν θεωρηθεί ύποπτος, το όνομά του μπορεί να αμαυρωθεί για πάντα»

    Η Κρυσταλλία ένευσε καταφατικά.

    «Θα ήταν τρομερό για τη θέση μου»

    «Δυσκολεύομαι να σας παρακολουθήσω. Μήπως θέλετε να γίνετε πιο σαφής;», του είπε πίνοντας μια γουλιά από το μαυροζούμι της.

    «Θα ήταν απρέπεια να ζητήσω κι εγώ λίγο από τον καφέ σας;», της είπε στυλώνοντας το βλέμμα στην καφετιέρα πίσω από το γραφείο της. Η Κρυσταλλία τον σέρβιρε. Ήταν ολοφάνερο πως ο άντρας με τα ράσα χρονοτριβούσε.

    «Όπως ξέρετε, υπάρχουν πολλών ειδών εγκλήματα. Αυτά που είναι ειδεχθή και αμετάκλητα – όπως ο φόνος – και αυτά που ο χρόνος τα απαλύνει και που τελικά δεν αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στο υποτιθέμενο θύμα»

    «Θέλετε να μου πείτε σε ποια εγκλήματα αναφέρεστε;»

    «Υποθετικά μιλάμε πάντα»

    «Σας κατηγορεί κάποιος; Νιώθετε ότι απειλείστε;»

    «Νιώθω πως χρειάζομαι προστασία»

    «Για ποιο λόγο;»

    «Θα με λιντσάρουν αν διαδοθούν αυτά τα ψέματα»

    «Τι λένε αυτά τα ψέματα;», είπε με κρυφή ανυπομονησία. Η δεύτερη συνεδρία τους έφτανε στο τέλος και ακόμα δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε από εκείνην ο ιερωμένος.

    «Ότι ενοχλούσα παιδιά»

    Σηκώνει τις μαύρες του φτερούγες … Κρυσταλλία που έχεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας …
    Στο άκουσμα αυτών των τριών λέξεων, ένιωσε το κορμί της να παγώνει. Η εικόνα ενός κοριτσιού που έσκυβε να φιλήσει το σταυρό ενός παπά κι εκείνος την έβαζε κάτω από τα ράσα της ήρθε από το πουθενά. Πετάχτηκε από την καρέκλα της τρέμοντας.

    «Γιατί ήρθατε εδώ; Δεν είστε ξεκάθαρος και δε μου αρέσουν τα μισόλογα», του είπε επιθετικά κι ο παπάς σηκώθηκε από την καρέκλα του έντρομος.

    «Είμαι βιαστικός. Θα κανονίσω ένα άλλο ραντεβού με τη γραμματέα σας», της είπε κι έσυρε το παχύ του κορμί έξω από το γραφείο της. Τι διάολο της συνέβαινε; Ήταν δυνατό να είχε αναπτύξει τόσο την ενσυναίσθηση;
    Τρέξε, Κρυσταλλία που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας, τρέξε μακριά από τις μαύρες φτερούγες…
    Φεύγοντας από το γραφείο, επισκέφτηκε τους γονείς της. Είχαν τελειώσει το βραδινό και ως συνήθως, η Κρυσταλλία συζητούσε με τον πατέρα της που ήταν επίσης ψυχολόγος και συνεργαζόταν με ένα κέντρο εφαρμοσμένης ψυχολογικής έρευνας.

    «Τι διαπραγματεύεται η παρούσα έρευνα;», τον ρώτησε όταν η μητέρα της χάθηκε στην κουζίνα.

    «Τη χειραγώγηση της μνήμης κατά τη διάρκεια του ύπνου»

    «Πιστεύεις πως μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;», τον κοίταξε δύσπιστα.

    «Είναι πολύ πιθανό»

    «Και υπάρχει κόσμος που ενδιαφέρεται να συμμετέχει σε ανάλογες έρευνες;»

    «Αφορά ευαίσθητες ομάδες όπως για παράδειγμα άτομα που βασανίζονται από χρόνιες φοβίες και τραυματικές αναμνήσεις. Οπότε, ναι, είμαι σίγουρος»

    «Πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος του ατόμου; Για σκέψου, να έχουν μοιραστεί δυο άνθρωποι τις ίδιες εμπειρίες και ξαφνικά ο ένας να μην τις θυμάται!»
    Ξέρεις εσύ, Κρυσταλλία που έχεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας! Υπάρχει πολλή βρωμιά …

    «Αν αδυνατεί να τις διαχειριστεί, είναι προτιμότερο να τις αποβάλει»

    «Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίο όπλο στα χέρια των λάθος ανθρώπων όμως»

    «Εμείς εργαζόμαστε πάνω στα οφέλη αυτή της μεθόδου»
    Γέλα, Κρυσταλλία που έχεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας! Υπάρχει πολλή βρωμιά …

    «Φυσικά θα έχετε λάβει υπόψη και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις», επέμεινε η Κρυσταλλία όταν εμφανίστηκε η μητέρα της με τον ασημένιο δίσκο.

    «Ελάτε να πιούμε το λικέρ βύσσινο που έφτιαξα με τα χεράκια μου», τους είπε χαμογελαστά. Δεν ήταν μόνο το λικέρ που έκανε τα στόματα να κλείσουν. Σε στιγμές οικογενειακής θαλπωρής, η μητέρα της απαγόρευε ρητώς τις επαγγελματικές συζητήσεις.

    Οι συζητήσεις δεν ήταν ποτέ το φόρτε της οικογένειας …, της θύμισε η φωνούλα.
    Καλύτερα το βράδυ, να γαληνεύεις και να ακούς, Κρυσταλλία, που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας. Να είσαι καλό παιδί και να μαθαίνεις…

    Το μυαλό της ήταν ακόμα στην καινοτόμο έρευνα του κέντρου όπου εργαζόταν ο πατέρας της όταν ήρθε το επόμενο ραντεβού με τον ιερωμένο. Το ίδιο ιδρωμένος όπως πάντα, βόλεψε το υπερμέγεθες κορμί του στη δερμάτινη καρέκλα μπροστά της.

    «Συγνώμη για τη βιαστική αναχώρησή μου την προηγούμενη φορά», απολογήθηκε λες και οφειλόταν αποκλειστικά σε εκείνον η διακοπή της δεύτερης συνεδρίας.

    «Συμβαίνουν αυτά», του είπε αποφασισμένη να μάθει τι φανταζόταν ότι μπορούσε να κάνει η ίδια για εκείνον. Μάλιστα σέρβιρε καφέ και για τους δυο τους σε δυο πορσελάνινες κούπες.

    «Ευχαριστώ», είπε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του.

    «Βρίσκομαι σε ιδιαιτέρως δύσκολη θέση και μόνο εσείς – αν το επιλέξετε – μπορείτε να με βοηθήσετε», της είπε.

    «Με ποιο τρόπο;», τον ρώτησε.

    «Όπως σας είπα, πρόκειται για συκοφαντίες αλλά γεγονός είναι ότι θα φτάσει στη δικαιοσύνη το θέμα. Πριν από είκοσι τόσα χρόνια – υποτίθεται ότι - θώπευσα κάποια παιδάκια του κατηχητικού, στον Καλόγερο, το χωριό που ιερουργούσα»

    Η εικόνα του παπά που έχωνε το κοριτσάκι κάτω από τα ράσα ξανάρθε στο νου και λίγο έλειψε να τη διαλύσει. Αισθάνθηκε ένα τρομακτικό πόνο- σα να χτυπούσε κάποιος το κεφάλι της με λοστό.

    «Σας κατηγορούν τώρα για τότε;», κατάφερε να πει.

    «Μάλιστα»

    «Και από εμένα τι θέλετε;»

    «Να διαβεβαιώσετε πως κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ»

    «Τι σας κάνει να πιστεύετε πως θα δώσουν σημασία στα λεγόμενά μου;», τον ρώτησε με μισόκλειστα μάτια.

    Για θυμήσου καλά …

    Σηκώνει τις μαύρες του φτερούγες … Κρυσταλλία που έχεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας.

    «Ήσουν κι εσύ εκεί, Κρυσταλλία, που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας», της είπε κι εκείνη σα να βυθίστηκε σε ένα κακό όνειρο.

    Η ίδια εικόνα του παιδιού στην αίθουσα του κατηχητικού που είχε απομείνει μόνο με τον παπά στρογγυλοκάθισε στο νου της. Κοίταξε το χλωμό πρόσωπο του κοριτσιού – το γεμάτο φόβο και απόγνωση και αναγνώρισε τον εαυτό της.
    Καλύτερα το βράδυ, να γαληνεύεις και να ακούς, Κρυσταλλία, που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας. Να είσαι καλό παιδί και να μαθαίνεις…

    «Εσύ έγινες μεγάλη και τρανή ψυχολόγος. Δε με αναγνώρισες καν! Αν σου είχα κάνει κάτι πραγματικά κακό, δε θα το θυμόσουν;», συνέχισε εκείνος απτόητος σκουπίζοντας τον ιδρώτα του με το κίτρινο μαντήλι του.
    Για θυμήσου … Τρέξε, Κρυσταλλία που’ χεις το όνομα της Παναγίας της Κρουσταλλένιας, τρέξε μακριά από τις μαύρες φτερούγες…

    Κι η Κρυσταλλία θυμήθηκε που έτρεξε στη μητέρα της και τα ομολόγησε όλα, που έφυγαν σαν τους κλέφτες από το χωριό χωρίς ποτέ να ξαναμιλήσουν για αυτό το «κακό πράγμα» που της είχε συμβεί, που κάθε βράδυ, ο πατέρας της τής μάθαινε τη ζωή τους ξανά από την αρχή – μια ζωή σαν παραμύθι - που μιλούσε για τη γαλήνια επαρχία και τους φίλους που άφησαν πίσω. Ώσπου τα διέγραψε όλα, ώσπου τα πίστεψε όλα.

    «Δε σας θυμάμαι», ψέλλισε καθώς ο άντρας απέναντί της ξεφυσούσε με αγωνία. Το παχουλό του χέρι σφούγγιζε τον ιδρώτα του, εκείνο το χέρι που κάποτε απλωνόταν πάνω στο παιδικό κορμάκι της… και ο πατέρας της να της μαθαίνει τη ζωή τους από την αρχή….

    Στο είπα ότι υπάρχει πολλή βρωμιά…, πες του αυτό που θέλει να ακούσει …
    «Θα καταθέσω όμως αφού μου το ζητάτε. Αν είναι να σας βοηθήσω …», του χαμογέλασε καθησυχαστικά αποφασίζοντας να γίνει το χαρτί που θα τον κάψει, το χαρτί που θα τους έκαιγε όλους.

     Κέλλυ Νικολαιδου


Τί αισθανθήκατε;

Σύγχυση Σύγχυση
0
Σύγχυση
Απογοήτευση Απογοήτευση
0
Απογοήτευση
Ενθουσιασμό Ενθουσιασμό
0
Ενθουσιασμό
Έκπληξη Έκπληξη
0
Έκπληξη
Αγάπη Αγάπη
0
Αγάπη
Γέλιο Γέλιο
0
Γέλιο
Αμηχανία Αμηχανία
0
Αμηχανία
Θρίαμβο Θρίαμβο
0
Θρίαμβο

0 Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Choose A Format
Personality quiz
Series of questions that intends to reveal something about the personality
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Countdown
The Classic Internet Countdowns
Open List
Submit your own item and vote up for the best submission
Ranked List
Upvote or downvote to decide the best list item
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF
Gif
GIF format